Taking too long? Close loading screen.

«Δεν υπάρχει άλλη πόλη σαν την Αθήνα» διακήρυσσε πρόσφατα το online περιοδικό Urban Wilderness. Ο τίτλος χτυπούσε με μεγάλα γράμματα πάνω σε μία πανοραμική φωτογραφία του θερμοκηπίου των πολυκατοικιών, επιχρωματισμένη σε σέπια, την απόχρωση που έχει ταυτιστεί με τον μεσογειακό καύσωνα και τις πόλεις που τον υποδέχονται ετησίως. Μπορεί το οπτικό αποτέλεσμα να καταφέρνει να μεταδώσει την αίσθηση της ζέστης που πολλαπλασιάζεται από την πυκνή δόμηση, η ιδέα του ατελιέ όμως είναι μάλλον κοινότοπη. Αυτό το πορτραίτο της Αθήνας με τις ανισόπεδες στήλες από μπετόν, μακιγιαρισμένο με το σκούρο κίτρινο της αποπληξίας, έχει χρησιμοποιηθεί χιλιάδες φορές ως τουριστικό προσωπείο της πόλης. Είναι η εικόνα που τα τελευταία χρόνια συνεχώς υπόσχεται στους βαριεστημένους, ανηδονικούς millenials των ευρωπαϊκών και αμερικάνικων πόλεων, ότι κάπου στα διάκενα αυτής της ρυμοτομικής αναρχίας, οι ιθαγενείς θα έχουν βρει οργανωμένες μεθόδους καταπολέμησης της δυσφορίας και της πλήξης, οι οποίες την εποχή του Τέλους της Ιστορίας είναι προσβάσιμες με Ryanair και απολαύσιμες με AirBnb για τον επίδοξο ταξιδευτή.

Tα Εξάρχεια είναι «ουτοπικά και μετα-αποκαλυπτικά, αδάμαστα και απρόβλεπτα, με το είδος της ομορφιάς που θαυμάζουμε σε ένα άγριο ζώο»

Μια τέτοια αδημονία να βρεθεί ένας λυτρωτικός μύθος στη σάρκα και τα οστά της πόλης είναι πανταχού παρούσα στις λέξεις του συντάκτη του δημοσιεύματος. «Η μυθολογία […] διαχέεται στην ελληνική πραγματικότητα», στην Αθήνα «χτυπάει ένας εκστατικός ρυθμός που κινείται και αλλάζει χωρίς να χάνει ποτέ το τέμπο του», τα Εξάρχεια είναι «ουτοπικά και μετα-αποκαλυπτικά, αδάμαστα και απρόβλεπτα, με το είδος της ομορφιάς που θαυμάζουμε σε ένα άγριο ζώο». Το κείμενο αποτελεί λιγότερο μια παρατήρηση του αστικού τοπίου της πρωτεύουσας και πολύ περισσότερο ένα σύνολο υπόρρητων υποσχέσεων στον οριενταλιστή αναγνώστη ότι η επίσκεψη εδώ θα του χαρίσει μία άμεση επαφή με τη μαγεία και την έκσταση, την υπερένταση των αισθήσεων που κείτονται ναρκωμένες και αδρανείς στον τόπο κατοικίας του.

Πρόκειται για μια μακρά παράδοση. Σε μία άλλη εποχή, το 1926, στην ηλικία των 20 ετών, ένας άλλος βαριεστημένος και ανηδονικός νέος ονόματι Πωλ Νιζάν, επιρρεπής σε τέτοιες υποσχέσεις, εγκατέλειψε το Παρίσι και κατέπλευσε στον Ατλαντικό με το ίδιο ακριβώς κίνητρο της αναζωογόνησης των αισθήσεων. Προορισμός του το Άντεν, τότε μεγάλο λιμάνι της αποικιοκρατούμενης Αραβίας, που σήμερα έχει πλέον οριοθετηθεί στην Υεμένη. Η φυγή του υπήρξε ταυτόχρονα ένα στάδιο εξέλιξης της μεσοαστικής του ανατροφής, αλλά και το τελευταίο επεισόδιό της. Ο Νιζάν εγκατέλειψε το Παρίσι ως ένας διανοούμενος δανδής με πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα, χωρίς να τον βαραίνει η οικονομική ανάγκη και φιλοξενήθηκε για έναν σχεδόν χρόνο υπό τη φτερούγα ενός αποικιοκράτη βιομήχανου στο Άντεν. Όταν γύρισε, στρατεύτηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, παντρεύτηκε την Ενριέτ, την οποία είχε κυνικά εγκαταλείψει σαν άλλο ένα αντικείμενο της καθημερινότητας από την οποία διέφευγε και λίγα χρόνια μετά, το 1931, κατέγραψε την εμπειρία του απογοητευτικού ταξιδιού του σε έναν πυρετώδη λίβελο κατά των αποδράσεων, υπό τον λιτό τίτλο «Άντεν, Αραβία».

Ο δυσαρεστημένος ταξιδιώτης

Το «Άντεν, Αραβία» κατέχει μία μοναδική θέση ανάμεσα στα ταξιδιωτικά λογοτεχνήματα που πυκνώνουν στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα – απ’ όταν δηλαδή η Πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση απελευθέρωσε τους διεθνείς δρόμους, μέχρι τη στιγμή που η φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πάτησε απότομα το φρένο στην ανεξέλεγκτη περιέργεια της νεωτερικότητας. Εκεί που τα μεγάλα travelogues της περιόδου μυθολογούσαν τις υποσχέσεις του ταξιδιού στην «Ανατολή», ο Νιζάν επιδόθηκε στην πλήρη απομάγευσή του. Ήδη από τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος, ο συγγραφέας που έχει πλέον σκουπίσει με την κόκκινη σημαία τα τελευταία υπολείμματα του μεσοαστικού του παρελθόντος, αναρωτιέται αναδρομικά για τη στιγμή της φυγής του: «Πώς να ξέρει κανείς [τότε] ότι η πραγματική παρακμή του κόσμου εκδηλωνόταν παντού, μέσα στις αμερικάνικες φάμπρικες, στους αποικιακούς πολέμους, στα εμπορικά γραφεία της Αφρικής;». Στο Άντεν, δε, βρίσκει πως «δεν χρειάζονταν πολλοί μήνες για να εξαντληθεί η γραφικότητα αυτής της Ανατολής […] πρόκειται για έναν από τους κρίκους μιας μακριάς αλυσίδας η οποία συγκρατεί γύρω από τον κόσμο τα οφέλη των εμπόρων του Σίτι».

«Πώς να ξέρει κανείς [τότε] ότι η πραγματική παρακμή του κόσμου εκδηλωνόταν παντού, μέσα στις αμερικάνικες φάμπρικες, στους αποικιακούς πολέμους, στα εμπορικά γραφεία της Αφρικής;».

Ο αγοραίος μαρξισμός τον οποίο θέλει να προσυπογράψει τελετουργικά ο Νιζάν τη στιγμή της συγγραφής του «Άντεν, Αραβία» διαποτίζει όχι μόνο τα παραπάνω αποσπάσματα, αλλά και ολόκληρο το βιβλίο. Στο σύνολό του έχει γραφτεί ως το χρονικό μιας αφύπνισης, όπου αποκαλύπτεται στον συγγραφέα μία παγκόσμια οικονομική βάση σκληρής εκμετάλλευσης και οτιδήποτε κάθεται πάνω της, είτε πρόκειται για φαντασιώσεις, περιηγήσεις, ταξίδια, ενδύματα, καλλιτεχνήματα ή τοποθεσίες είναι πλαστό, κούφιο και στερείται αυτοτελούς νοήματος. Αυτός ο φτωχός οικονομισμός του Νιζάν συνδυάζει ένα κλίμα της εποχής με την εμμονική διάθεση της πρώτης παθιασμένης πολιτικής στράτευσης ενός νέου. Όμως, με απρόσμενο τρόπο, το λογοτεχνικό αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά στενός διδακτισμός είναι: απ’ τη στιγμή που όλα τα αντικείμενα και τα πρόσωπα που επικάθονται σ’ αυτό το πλέγμα παραγωγικών σχέσεων δεν είναι ιερά και αυθύπαρκτα, αλλά έρμαιά του, είναι πιο δεκτικά στο ανατομικό νυστέρι του συγγραφέα.

Ο ψυχικός κόσμος των ναυτικών μπορεί να επικαλύψει απολύτως κάθε άλλη αναφορά στα θαλάσσια ταξίδια, ιδιαίτερα αν είναι να διαλύσει κάθε πίστη που έχουν οι επίδοξοι ταξιδευτές σ’ αυτούς («Όλοι αυτοί οι ναυτικοί βαριούνται μέχρι θανάτου […] Σας βεβαιώνω ότι όλοι οι άνθρωποι βαριούνται»).

Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο, το «Άντεν, Αραβία» διαβάζεται σαν ντελίριο. Μία περιγραφή κι ανάλυση της σημασίας των καφενείων για το Άντεν και τον κόσμο μπορεί να είναι τόσο εμβριθής που θα συνεχίζει για σελίδες προτού εξοκείλει σε μία λυρική ανάλυση του ρόλου των πετρελαϊκών εταιρειών στην αραβική οικονομία. Ο ψυχικός κόσμος των ναυτικών μπορεί να επικαλύψει απολύτως κάθε άλλη αναφορά στα θαλάσσια ταξίδια, ιδιαίτερα αν είναι να διαλύσει κάθε πίστη που έχουν οι επίδοξοι ταξιδευτές σ’ αυτούς («Όλοι αυτοί οι ναυτικοί βαριούνται μέχρι θανάτου […] Σας βεβαιώνω ότι όλοι οι άνθρωποι βαριούνται»). Οι μνήμες από την «παλιά ζωή» στη Γαλλία μπορούν να διαπλέκονται χωρίς περιορισμούς με τις εμπειρίες του Άντεν. Άλλωστε, όπως γράφει και ο ίδιος ο δυσαρεστημένος ταξιδευτής προς το τέλος του χρονικού του, «Αραβία-Γαλλία, Άντεν-Παρίσι, Βερσαλλίες-Λάχεζ, τα ονόματα χωρών, οι ονομασίες πόλεων είναι στο εξής εναλλάξιμες».

Ο Νιζάν έκανε το ταξίδι στα 20, κυκλοφόρησε τις εντυπώσεις του στα 25 και πέθανε το 1939 στο μέτωπο σε ηλικία 34 ετών, έχοντας εγκαταλείψει το Κομμουνιστικό Κόμμα την επομένη της υπογραφής του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ. Στο ενδιάμεσο έζησε ως μάχιμο στέλεχός του κόμματος, με μεγάλη εμπλοκή στη διαμόρφωση των ιδεών του γύρω από τη λογοτεχνία, έγραψε στα ποικίλα έντυπά του, εμπλέχθηκε στις διαδικασίες του. Έκανε ταξίδια στα οποία βρήκε νόημα, αλλά και απογοητεύσεις διαφορετικές απ’ αυτές που τον περίμεναν στο Άντεν: ταξίδεψε στην ΕΣΣΔ όπου θαύμασε την επανάσταση, αλλά και τις ατέλειες της μετάβασης στη νέα εποχή· έγινε ανταποκριτής στα αντιφασιστικά μέτωπα της Ισπανίας, όπου προβληματίστηκε για τις επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης. Ως αποστάτης, δέχθηκε τα βέλη των πρώην συντρόφων του, παρότι όλα δείχνουν ότι αποχώρησε τοποθετούμενος στα αριστερά του ΚΚΓ. Τη μνήμη του ανέλαβαν οι εκάστοτε βιογράφοι του, όπου ακόμα και οι μεγαλύτεροι θαυμαστές του μεταξύ τους δεν έδειξαν κάποια ιδιαίτερη εκτίμηση σ’ αυτές τις αναμνήσεις από την αποτίμηση της μετεφηβικής φυγής του στο Άντεν.

Ημερολόγια αλλοτριώσεων

Την επομένη του θανάτου του, ο Νιζάν πέρασε στη λήθη ή για την ακρίβεια στα νύχια των πρώην συντρόφων του, που ελλείψει αντίθετης γνώμης, βρήκαν ανοιχτό το πεδίο προκειμένου να τον βαφτίσουν χαφιέ, ατάλαντο, αστό ή οτιδήποτε άλλο περιελάμβανε η φαρέτρα για τους αποστάτες. Το 1960, όμως, όταν οι παλιοί κομμουνιστές είχαν πλέον γεράσει και αφομοιωθεί πλήρως από το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο της Γαλλίας, ο νεανικός φίλος του Νιζάν, Ζαν-Πωλ Σαρτρ, που έχοντας διαλέξει πιο προσεκτικά τα βήματά του, είχε αναχθεί σε σταρ της πνευματικής ζωής της χώρας, επανεπισκέφτηκε το «Άντεν, Αραβία» και στον πρόλογο της επανέκδοσής του βρήκε την ευκαιρία να βιογραφήσει τον παλιό του φίλο ως άγνωστο πρόγονο της «Νέας Αριστεράς», που αυξανόταν και πλήθαινε μέχρι την επικείμενη κορύφωσή της τον Μάη του ‘68.

«Ήμουν είκοσι χρονών. Δεν θα αφήσω κανέναν να πει ότι είναι η καλύτερη ηλικία της ζωής.»

Στην εκτενή εισαγωγή του, σχεδόν ίδιας έκτασης με το ίδιο το «Άντεν, Αραβία», ο Σαρτρ ξαναέχτισε από την αρχή τον Νιζάν ως αμετανόητο πουρίστα ενός αυθεντικού κομμουνισμού που δεν χωρούσε στα μέτρα του μεσοπολεμικού ΚΚΓ. Το έργο το οποίο προλόγιζε, το θεώρησε μία ατελή ένδειξη των ταλέντων που θα ξεδίπλωνε ο συγγραφέας στα μετέπειτα μυθιστορήματά του. Από το «Άντεν, Αραβία» κράτησε ελάχιστα παραπάνω από την πρώτη φράση του βιβλίου -«Ήμουν είκοσι χρονών. Δεν θα αφήσω κανέναν να πει ότι είναι η καλύτερη ηλικία της ζωής.» – η οποία βοηθούσε να φανεί ο Νιζάν ως ένας νέος σε δυσφορία, πιστός στο «τάξη εναντίον τάξης», που κατέγραψε «τις αλλοτριώσεις μας». Εκείνη την εποχή, με τέτοιο προφίλ, ο Νιζάν θα ήταν πολύ πιο εύκολο να καταλήξει έστω και πρόσκαιρα να αποτελεί χαρτόδετο αξεσουάρ για την κωλότσεπη του τζιν, όπως και έγινε.

Ύστεροι βιογράφοι και μελετητές του Νιζάν κριτίκαραν τον Σαρτρ για την αναπαράσταση του φίλου του, χωρίς όμως να τον παραδώσει ποτέ ξανά κανείς τους στις λασπολογίες των πρώην συντρόφων του. Παρ’ όλα αυτά, το «Άντεν, Αραβία», που γνώρισε πολλές επανέκδοσεις στα γαλλικά και κάποιες λιγότερες μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες, παρέμεινε στο έλασσον κομμάτι της εργογραφίας του Νιζάν, ως κατώτερο του «Αντουάν Μπλουαγιέ» ή της «Συνωμοσίας» που έμειναν ως τα κλασσικά του δημιουργήματα. Πολλοί αναγνώρισαν το πάθος και την τόλμη του, βλέποντας μέσα του σε εμβρυακή μορφή τα στοιχεία που θα αναπτύσσονταν στα πιο «ώριμα» γραπτά του. Όμως το ίδιο το έργο παρέμενε μία λογοτεχνική μάσκα κάτω απ’ την οποία αποτύγχανε να κρυφτεί επαρκώς μια αδέξια πολιτική στράτευση που αγωνιούσε να επιδειχθεί στο αναγνωστικό κοινό.

Το AirBnb προστάζει μία μάζα επισφαλών millennials να «Βelong Αnywhere», έχοντας μετατρέψει σε σύνθημα την καθολική αδυναμία μίας ολόκληρης γενιάς να ριζώσει οπουδήποτε.

Η Ευρώπη των μεταπολεμικών χρόνων όπου γράφονταν οι μελέτες για τον Νιζάν είτε δεν υπάρχει πια ή έχει οξυνθεί τόσο πολύ που καταντάει αγνώριστη. Ο κομφορμισμός της οικογένειας αντικαταστάθηκε από την εξαναγκαστική αναδίπλωση σ’ αυτήν, όσο η κοινωνία της αφθονίας παραχώρησε τη θέση της στην κοινωνία της λιτότητας. Το AirBnb προστάζει μία μάζα επισφαλών millennials να «Βelong Αnywhere», έχοντας μετατρέψει σε σύνθημα την καθολική αδυναμία μίας ολόκληρης γενιάς να ριζώσει οπουδήποτε.

Στο «Άντεν, Αραβία» ο Νιζάν παρατηρούσε ήδη τις πρώτες τάσεις να απελευθερωθεί η «μεγάλη απόδραση» -ή τουλάχιστον, η φαντασίωσή της- από το να αποτελεί την Grand Tour μέσω της οποίας ενηλικιώνονταν οι εύποροι Ευρωπαίοι και να διαδοθεί στις μάζες. «Οι αφίσες στρατολογικής προέλευσης στην είσοδο των χωροφυλακών, των στρατοπέδων, των δημαρχείων, τα άρθρα του αποικιακού εντύπου «Χρόνος», εκμεταλλεύονταν με χονδροειδή πονηριά την επιθυμία που ίσως είχαν χωρικοί, εργάτες, υπάλληλοι, να ξεφύγουν από το γέρικο πετσί τους», έγραφε. «Υπόσχονταν, μαζί με τη βεβαιότητα της τροφής και της στέγης, τις απολαύσεις των τροπικών, την ευκολία των έγχρωμων γυναικών, που γοήτευαν τις καρδιές με παιδιάστικα τεχνάσματα, τα οποία ενέπνεε μια στοιχειώδης αλλά αποτελεσματική γνώση των ανθρώπινων πειρασμών».

Αυτή η «γνώση των ανθρώπινων πειρασμών» δεν είναι πια στοιχειώδης. Είναι μία ανεπτυγμένη τεχνολογία που περνάει μέσα από τις εξειδικεύσεις στο city branding και τις σύγχρονες μυθολογίες, οι οποίες επινοούν οράματα για τις πόλεις και τις αναδιαμορφώνουν μέχρι του σημείου που τις καταργούν. Δεν υπάρχει άλλο μέρος σαν την Αθήνα όπως λέει το Urban Wilderness, μέχρι η Αθήνα να γίνει «το νέο Βερολίνο», με τη βοήθεια του Trip Advisor και του real estate, εξομοιωμένο με κάθε άλλη ευρωπαϊκή πόλη, με σπάνη σπιτιών και υπερπροσφορά τουριστικών καταλυμάτων, πολλές εκδηλώσεις και ελάχιστο παραγόμενο πολιτισμό, οριοθετημένα καπρίτσια για τους ιθαγενείς και απολαύσεις που διεκδικούν το ξένο πορτοφόλι, αλλά ελάχιστα διαφέρουν απ’ αυτά που θα έβρισκαν στον τόπο αναχώρησής τους οι κάτοχοί του. Αν, δε, βρεθούν ποτέ να βαριούνται στο ταξίδι τους, οι καλλιεργούμενοι μύθοι των σύγχρονων travelogues θα τους θυμίζουν το νόημα της επίσκεψής τους, ακόμα κι αν σε κάποια στιγμή, όπως ο Νιζάν βρεθούν να αναζητούν «μάταια […] για τον εαυτό [τους] υποχρεώσεις».

Ο Νιζάν βρήκε από νωρίς το προσχέδιο μιας λύσης για την οδύνη που οδηγεί στον άσκοπο τουρισμό και το κατέγραψε πριν χαθεί από την ταραγμένη σκέψη του.

Με το βλέμμα της παρούσας εποχής, το «Άντεν, Αραβία» διεκδικεί μια αναβάθμιση στον σεβασμό που απολαμβάνει μεταξύ των άλλων έργων του Νιζάν, αλλά και των λογοτεχνικών κειμένων που έχουν ακόμα διαλόγους να ανοίξουν σήμερα. Ο αναβαπτισμένος αυτός κομμουνιστής, ανάμεσα στην επιδειξιομανία της νέας του ιδεολογίας, κατάφερε να διακρίνει πρόωρα το αδιέξοδο των υποσχέσεων της μεγάλης φυγής όπου καλούμαστε, προκειμένου «να παρηγορήσουμε τους αστικούς πληθυσμούς, να επινοήσουμε διακυμάνσεις της εσώτερης ζωής». Η ύστερη σύντομη ζωή του, όπου κατά την παραμονή του στην ΕΣΣΔ και την Ισπανία είχε δουλειά στην οποία πίστευε να κάνει, κοινότητα ανθρώπων να αναφερθεί και άμεσο διακύβευμα να τον απασχολήσει, έδειξαν τις εκδοχές του ταξιδιού με πραγματικό περιεχόμενο, οι οποίες δεν εκκινούν από το city branding και τα συνθήματα του AirBnb, ούτε από ερζάτς μύθους στα ταξιδιωτικά αφηγήματα. Ο Νιζάν βρήκε από νωρίς το προσχέδιο μιας λύσης για την οδύνη που οδηγεί στον άσκοπο τουρισμό και το κατέγραψε πριν χαθεί από την ταραγμένη σκέψη του.

«Οι καμπές του δρόμου δεν είναι χρυσωρυχεία» σημειώνει σε άλλο σημείο του «Άντεν, Αραβία», προτού στο τέλος αναρωτηθεί: «Είχα άραγε ανάγκη να πάω να ξεθάψω τόσο κοινότοπες αλήθειες μέσα στις τροπικές ερήμους και να αναζητήσω στο Άντεν τα μυστικά του Παρισιού; Όταν επέστρεψα διαπίστωσα ότι πολλοί άλλοι τα είχαν δει να περνούν μέσα στην καρδιά του Σηκουάνα».

______
* Τα αποσπάσματα είναι από την ελληνική έκδοση σε μετάφραση Μάρως Φιλίππου: Πολ Νιζάν, Άντεν Αραβία με έναν πρόλογο του Ζαν-Πολ Σαρτρ, Εκδόσεις Κέδρος, Σειρά Terra Nova, 2005.

Join our community of readers!

You have Successfully Subscribed!

Pin It on Pinterest

Share This