Taking too long? Close loading screen.

Σε ένα ακροατήριο προερχόμενο από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, το ρητορικό ερώτημα του Αλέξη Τσίπρα «πώς αφήσαμε τον νεοφιλελευθερισμό να γίνει η κυρίαρχη θρησκεία στην Ευρώπη;» ίσως να μην ηχεί τόσο παράξενο.

Τα κελεύσματά του προς την κεντροαριστερά της Γηραιάς Ηπείρου, έχουν ξεκινήσει εδώ και χρόνια, από όταν ανέλαβε την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, παρότι πλέον οι προσπάθειες είναι πιο μεθοδικές και στοχεύουν ρητά στην πλήρη σύμπλευση Αριστεράς και Σοσιαλδημοκρατίας. Η εκδήλωση της 4ης Μαρτίου όπου έθεσε το ερώτημα, τη διοργάνωση της οποίας ανέλαβαν επιφανή πρόσωπα και όργανα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αποτέλεσε την πολλοστή φορά σε λίγους μήνες που ο Έλληνας πρωθυπουργός άδραξε την ευκαιρία να απευθυνθεί στην κεντροαριστερά, ζητώντας τη συνεργασία των δύο χώρων σε εγχώριο, αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Φυσικά, οι όροι της σύγκλισης με την ελληνική και ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έρχονται σε ηχηρή αντίθεση με το σχέδιο που διατύπωνε δημοσίως τέτοια εποχή το 2014, παραμονές των ευρωεκλογών που θα σηματοδοτούσαν την πρώτη του μεγάλη εκλογική νίκη στον δρόμο για την πρωθυπουργία.

Η στρατηγική αυτή έκτοτε επισημοποιήθηκε: αφ’ ενός με τον χαρακτηρισμό «Προοδευτική Συμμαχία» που υποτιτλίζει το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες ευρωεκλογές, αφ’ ετέρου με την εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στο Συνέδριο της ευρω-ομάδας της Αριστεράς (GUE/NGL) στις 15 Μαρτίου όπου παγιώθηκε η έκκλησή του για προοδευτικό μέτωπο, με στόχο την αναχαίτιση της «Μαύρης Διεθνούς» της ακροδεξιάς και την προώθηση μιας «ενωμένης, δημοκρατικής Ευρώπης».

Φυσικά, οι όροι της σύγκλισης με την ελληνική και ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έρχονται σε ηχηρή αντίθεση με το σχέδιο που διατύπωνε δημοσίως τέτοια εποχή το 2014, παραμονές των ευρωεκλογών που θα σηματοδοτούσαν την πρώτη του μεγάλη εκλογική νίκη στον δρόμο για την πρωθυπουργία. Τότε η ραγδαία άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε τον πολιορκητικό κριό της ευρωπαϊκής Αριστεράς, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εμπνέει ακόμα κι έξω απ’ τα ελληνικά σύνορα αυτοσχέδιες ομάδες που διεκδίκησαν -επιτυχώς- έδρες του ευρωκοινοβουλίου – τέτοια ήταν, για παράδειγμα, η περίπτωση της «Άλλης Ευρώπης με τον Τσίπρα» στον Ιταλία. Παρά τις σποραδικές νύξεις για υποστήριξη από την συρρικνούμενη σοσιαλδημοκρατία, αυτές δεν είχαν ποτέ κεντρικό χαρακτήρα· η Ευρωπαϊκή Αριστερά είχε να ακολουθήσει τη δική της, αυτόνομη πορεία.

Πίσω από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, για αντίστοιχες αναμετρήσεις ετοιμάζονταν και οι Podemos στην Ισπανία, το Sinn Féin στην Ιρλανδία, το Die Linke στη Γερμανία, η πορτογαλική Αριστερά και η αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος Γαλλίας (Parti Socialiste), ταυτόχρονα με το Αριστερό Κόμμα του Ζαν-Λικ Μελανσόν. Η ορμή αυτή ανακόπηκε απότομα από την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει το πρόγραμμα αντι-λιτότητας με το οποίο πέτυχε την εκλογική νίκη.

Πέρα από το κόστος αυτής της αποτυχίας στα εκλογικά ποσοστά των ιδεολογικά όμορων κομμάτων ανά την Ευρώπη, ακόμα πιο επιδραστικός υπήρξε ο κλονισμός στο εσωτερικό τους, αφ’ ής στιγμής το ερώτημα αν θα συνεχίσουν να συστρατεύονται με έναν ΣΥΡΙΖΑ που έχει αλλάξει ριζικά κυβερνητική στρατηγική, μετατράπηκε σε διαιρετική τομή.

Μέχρι σήμερα, οι Podemos συνεχίζουν να ταλανίζονται ως προς τις μελλοντικές τους προοπτικές. Ενώ στην πράξη ακολουθούν τη νεότερη στρατηγική του GUE-NGL, στηρίζοντας την κυβέρνηση του σοσιαλιστή Πέδρο Σάντσεθ, υπολογίσιμα κομμάτια τους προκρίνουν την αποχώρηση από την ευρω-ομάδα της Αριστεράς και τη σύγκλιση είτε με την Ευρωπαϊκή Άνοιξη του Γιάνη Βαρουφάκη ή με τον Ζαν-Λικ Μελανσόν.

Τη στρατηγική της συγκυβέρνησης με τη σοσιαλδημοκρατία έχει διαλέξει και ο συνασπισμός της Αριστεράς στην Πορτογαλία. Το Die Linke, από την άλλη, απέκτησε νέα επικεφαλής στο πρόσωπο της Σάρα Βάγκενεχτ, η οποία διαχώρισε πολλάκις τη θέση της από την παραδοσιακή ηγεσία του κόμματος σε σειρά θεμάτων, μεταξύ των οποίων και στο ενδεχόμενο συνεργασίας με την κεντρο-αριστερά. Ως αποτέλεσμα, το κόμμα της γερμανικής Αριστεράς, σε αντιστοιχία με τουςPodemos, φαίνεται να έχει διασπαστεί σε τρία κομμάτια.

Στη Γαλλία, ο Μπενουά Αμόν, νέος επικεφαλής των Σοσιαλιστών, καταποντίστηκε στις εκλογές του 2017 και επέλεξε κι αυτός τη σύγκλιση με τον Γιάνη Βαρουφάκη, κόντρα στις άλλες φράξιες του κόμματος που διχάζονται ανάμεσα στην αυτόνομη πορεία της κεντροαριστεράς και τη σύγκλιση με το GUE/NGL. Ο δε Ζαν-Λικ Μελανσόν μετατράπηκε στον πιο οξύ πολέμιο του Αλέξη Τσίπρα διεθνώς, με πληθώρα επικριτικών δηλώσεων. Δηλώνοντας ότι δεν προτίθεται να συμμετέχει στην ίδια ευρω-ομάδα με τον ΣΥΡΙΖΑ, αποχώρησε από το GUE-NGL και έχει καταρτίσει διαφορετική ευρωλίστα σε συνεργασία με τον Εμανουέλ Μορέλ, επικεφαλής της τάσης «Τώρα η Αριστερά», που τον Οκτώβρη διασπάστηκε από το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Στην εμπροσθοφυλακή της ατζέντας τους βρίσκεται η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών έναντι των παρεμβάσεων των ευρωπαϊκών οργάνων, κόντρα στις ατζέντες του GUE/NGL και της Ευρωπαϊκής Άνοιξης που υποστηρίζουν διαφορετικές εκδοχές μιας βαθύτερης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Μπορεί το όραμα της συνεργασίας Σοσιαλιστών, Αριστεράς και Πρασίνων να προκρίνεται από τους υπερασπιστές του ως αναγκαία κίνηση για την αναχαίτιση της ακροδεξιάς, όμως δύσκολα θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς ότι πρωτίστως αποτελεί στρατηγική επιβίωσης. Τα ποσοστά των Σοσιαλιστών βαίνουν συνεχώς μειούμενα, ενώ στη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών-μελών της ΕΕ, οι κυβερνήσεις μεταβιβάζονται στην κεντροδεξιά, την ακροδεξιά ή τις συμπράξεις τους.

Το δε GUE/NGL, έχοντας βασιστεί στην εύθραυστη -ως αποδείχθηκε- ορμή του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει διαλυτικές τάσεις. Η προοπτική της συνεργασίας τους μοιάζει μονόδρομος για τη συγκράτηση απέναντι στην περαιτέρω καθίζηση των κεντροαριστερών ποσοστών και την ενίσχυση των αριστερών κομμάτων που επέλεξαν τη στροφή προς το κέντρο.

Η συνεργασία Σοσιαλιστών και Αριστεράς, ακόμα κι αν υπόσχεται μία «άλλη Ευρώπη», αδυνατεί να υποσχεθεί οτιδήποτε παραπάνω από ένα στοιχειώδες δίχτυ κοινωνικής προστασίας, μία απλή επιβράδυνση δηλαδή της ευρωπαϊκής κρίσης.

Τόσο η επιλογή του GUE/NGL, όσο και οι εναλλακτικές που εκπροσωπούν Βαρουφάκης και Μελανσόν, διασώζουν κάτι από την πάλαι ποτέ ενιαία ευρωπαϊκή ατζέντα της Αριστεράς, όμως αδυνατούν να αντιμετωπίσουν το υποβόσκον πρόβλημα: ότι αυτή η ενιαία ατζέντα έχει κατακερματιστεί εκ των πραγμάτων.

Η συνεργασία Σοσιαλιστών και Αριστεράς, ακόμα κι αν υπόσχεται μία «άλλη Ευρώπη», αδυνατεί να υποσχεθεί οτιδήποτε παραπάνω από ένα στοιχειώδες δίχτυ κοινωνικής προστασίας, μία απλή επιβράδυνση δηλαδή της ευρωπαϊκής κρίσης. Το πρόγραμμα του DiEM25 για την εμβάθυνση της δημοκρατίας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς από την άλλη, αδυνατεί να μετατοπίσει προς το μέρος του όσους είναι πιο απορριπτικοί απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, οι οποίοι γιγαντώνουν τα ποσοστά των ευρωσκεπτικιστών. Η δε πρόταση Μελανσόν που προκρίνει την τόνωση της εθνικής κυριαρχίας έναντι των ευρωπαϊκών πιέσεων, ενώ επιτυγχάνει στο να συναντηθεί με δυναμικά κινήματα όπως αυτό των κίτρινων γιλέκων, παράγει μέχρι στιγμής αμφιλεγόμενα αποτελέσματα ως προς την προάσπιση των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών.

Πέντε χρόνια μετά τις ευρωεκλογές που αποτύπωσαν για πρώτη φορά την άνοδο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς αλλά και της Αριστεράς, μόνο η πρώτη έχει καταφέρει να βρει συνεκτική στρατηγική και ρόλο στο νέο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Η δεύτερη, αποσυντονισμένη από την αναδίπλωση της εμπροσθοφυλακής της και περιορισμένη από την αποστολή της να αποκαταστήσει το αντιδημοφιλές προφίλ της ευρωπαϊκής ηγεσίας και της κεντροαριστεράς, αδυνατεί να λειτουργήσει ακόμα κι ως στοιχειώδες αντίβαρο απέναντι στους αναδυόμενους κοινωνικο-πολιτικούς και οικονομικούς κινδύνους.

Pin It on Pinterest

Share This