Taking too long? Close loading screen.

Ο 20χρονος Κ (το όνομά του είναι στη διάθεση του Solomon ΜΑG, αλλά δεν αναφέρεται για να προστατευθεί η ταυτότητά του) έφτασε στη Λέσβο από την Τουρκία το 2016, κατά τη διάρκεια ενός απ’ τους βαρύτερους χειμώνες των τελευταίων ετών.

Μπουφάν δεν είχε, ενώ η καλοκαιρινή σκηνή στην οποία έμενε, μαζί και των χιλιάδων άλλων που ζούσαν στη Λέσβο, είχε καλυφθεί κυριολεκτικά από χιόνι. Άφησε την Αφρική γιατί είχε βασανιστεί στην χώρα του, επειδή συμμετείχε σε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Παρά το ότι ζούσε σε άθλιες συνθήκες, δεν έχασε την ανθρωπιά του. Επειδή μίλαγε αγγλικά, ξεκίνησε να συνοδεύει στο νοσοκομείο και τον ΕΟΠΠΥ της Μυτιλήνης, αρχικά φίλους του και μετά φίλους φίλων που δεν μιλούσαν τη γλώσσα.

Σύντομα ξεκίνησε να δουλεύει σε Μη Κυβερνητική Οργάνωση (ΜΚΟ) ως πολιτιστικός διαμεσολαβητής, να λειτουργεί, δηλαδή, ως γέφυρα μεταξύ των αιτούντων άσυλο και των διαφόρων υπηρεσιών που τους αφορούν. Ενώ είχε αναπτύξει ήδη ένα κύκλο γνωριμιών στη Λέσβο, με μια οικογένεια ντόπιων να τον έχει σχεδόν υιοθετήσει, αποφάσισε να τα αφήσει όλα για μια δουλειά στα Γιάννενα.

Εκεί θα δούλευε ως πολιτιστικός διαμεσολαβητής σε προσφυγικό καταυλισμό με την ΜΚΟ ΑΡΣΙΣ. Έτσι βρήκε διαμέρισμα, πήρε μερικά έπιπλα και ενώ ήλπιζε ότι ύστερα από δύο χρόνια προσφυγιάς επιτέλους μπορεί να αναπνεύσει, τρεις μήνες αργότερα τελείωσε η χρηματοδότηση της ΑΡΣΙΣ στα Γιάννενα και ανέλαβε μια άλλη, γερμανική ΜΚΟ.

Ο Κ για μια ακόμη φορά βρέθηκε ξανά στον αέρα. Χωρίς δουλειά, άφησε το διαμέρισμά του και μάζεψε τα πράγματά του για την Αθήνα.

Ο Κ είναι ένας από τους χιλιάδες εργαζόμενους που αντιμετωπίζουν ένα αβέβαιο εργασιακό περιβάλλον στις 73 ελληνικές και 13 ξένες ΜΚΟ, που σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, έχουν δράση στη χώρα μας.

Στο εσωτερικό των ΜΚΟ

Το ελληνικό κράτος έχει αφήσει στις ΜΚΟ το μεγαλύτερο μέρος της διαχείρισης του προσφυγικού ζητήματος, από τη λειτουργία ολόκληρων προσφυγικών καταυλισμών και την εύρεση στέγασης για τους πιο ευάλωτους, μέχρι τον εμβολιασμό παιδιών και την επαγγελματική κατάρτιση όσων έλαβαν άσυλο.

Από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πρόσφυγες, μετανάστες και Έλληνες που εργάζονται ακόμα και για χρόνια σε ΜΚΟ αποτελούν οι ελαστικές μορφές απασχόλησης

Ανεξαρτήτως του αν επιτελείται σημαντικό έργο από αρκετές οργανώσεις, ένα στοιχείο φαίνεται να είναι κοινό σε πολλές από αυτές, όσον αφορά στη λειτουργία τους: Πολλοί εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα στην καθημερινή τους εργασία και μάλιστα την ώρα που αυτές ευαγγελίζονται πως προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και είναι υπέρμαχοι της αλληλεγγύης. Φυσικά, παρόμοια προβλήματα υπάρχουν και σε εταιρείες με κερδοσκοπικό χαρακτήρα στην Ελλάδα της κρίσης.

Από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πρόσφυγες, μετανάστες και Έλληνες που εργάζονται ακόμα και για χρόνια σε ΜΚΟ αποτελούν οι ελαστικές μορφές απασχόλησης. Συνήθως οι εργαζόμενοι καλούνται να υπογράψουν δίμηνες και τρίμηνες συμβάσεις εργασίας ή έργου, παρότι συχνά καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του οργανισμού. Έτσι το δικαίωμα τους σε αποζημίωση σε περίπτωση απόλυσης χάνεται.

Συχνό φαινόμενο φαίνεται να είναι και οι εκδικητικές απολύσεις όσων αντιδρούν, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις είναι μαζικές. Πολλοί εργαζόμενοι ακόμα ταλαιπωρούνται από καθυστερήσεις στην καταβολή των μισθών τους, απλήρωτες υπερωρίες, ενώ υπάρχει και μεγάλο χάσμα μισθών μεταξύ των υψηλόβαθμων και των χαμηλόβαθμων στελεχών.

Το ερωτηματολόγιο του Solomon MAG

Το Solomon MAG ήθελε να μάθει κατά πόσο τα προβλήματα στις συνθήκες εργασίας των ΜΚΟ είναι ένα γενικευμένο φαινόμενο και δημιούργησε ένα ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο με αποδέκτες εργαζομένους των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στο προσφυγικό.

Σύμφωνα με τις απαντήσεις 52 εργαζομένων σε ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στο προσφυγικό και βρίσκονται σε διάφορες θέσεις (μεταφραστές, δικηγόροι, ψυχολόγοι, φροντιστές και άλλοι), σχεδόν οι μισοί ανέφεραν τις βραχυχρόνιες συμβάσεις ως το μεγαλύτερο πρόβλημα στην εργασία τους.

Να σημειωθεί πως αρκετοί από τους 52 εργαζόμενους που πήραν μέρος στην έρευνα έχουν δουλέψει σε περισσότερες από δύο ΜΚΟ. Επομένως, μέσα από την έρευνα έχουμε μία έστω και προσεγγιστική εικόνα για πάνω από 50 οργανώσεις.

Ακόμα, πάνω από το 40% όσων απάντησαν ανέφερε ότι εργάζεται υπερωρίες που δεν πληρώνεται. Πολλοί από τους εργαζόμενους ακόμα σημείωσαν ως πρόβλημα τους χαμηλούς μισθούς, ενώ σημαντικό ζήτημα είναι και η έλλειψη ψυχολογικής στήριξης, παρά το γεγονός ότι εργάζονται με πληθυσμούς που έχουν βιώσει τραυματικά γεγονότα. Τέλος, η εργασία πολλών λαμβάνει χώρα υπό δύσκολες συνθήκες, στο πεδίο και αλλού, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι συμφώνησαν άλλη χρηματική αποζημίωση και άλλη τελικά έλαβαν.

Παρά το μέγεθος του προβλήματος μόνο το 7% απευθύνθηκε στην επιθεώρηση εργασίας ή σε δικηγόρο

Χαρακτηριστικό της άγνοιας και του φόβου, ενδεχομένως, των εργαζομένων είναι το γεγονός πως παρά το μέγεθος του προβλήματος μόνο το 7% απευθύνθηκε στην επιθεώρηση εργασίας ή σε δικηγόρο. Η πλειονότητα όσων απάντησαν στο ερωτηματολόγιο είτε δεν γνώριζε τα δικαιώματά τους, είτε δεν ήξεραν για την ύπαρξη συνδικαλιστικών σωματείων, ενώ μόλις το 8% είναι μέλη κάποιου σωματείου.

Προβληματικό είναι ακόμα το γεγονός, πως συχνά, όπως στην περίπτωση του Κ, δημιουργείται μια γκρίζα ζώνη και ο εργαζόμενος συχνά βρίσκεται ανάμεσα στον εθελοντισμό και τις ανεξάρτητες υπηρεσίες. Ο Απόστολος Καψάλης, εργατολόγος και ερευνητής που το 2019 ολοκλήρωσε μια έρευνα για λογαριασμό του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για τα ελληνικά συνδικάτα υπό το πρίσμα των σύγχρονων μεταναστευτικών ροών, θεωρεί πως «αυτή η σύγχυση μάλλον είναι εσκεμμένη και αξιοποιείται εντέχνως από την εργοδοτική πλευρά σε αρκετές ΜΚΟ με απώτερο σκοπό την πλήρη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων.»

Ο Καψάλης στην έρευνά του παρατηρεί πως οι περισσότερες ΜΚΟ από «μικρές ολιγομελείς οργανώσεις, με κινηματικό συχνά παρελθόν στον χώρο των “δικαιωμάτων”, μετατρέπονται αίφνης σε τεράστιου μεγέθους εργοδοτικούς φορείς, απασχολώντας σε μόνιμη βάση εκατοντάδες εργαζομένους, όταν η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων (95%) της χώρας δεν απασχολούν κατά μέσο όρο παρά λιγότερους από δέκα εργαζομένους.»

Οι καταγγελίες

Το Σωματείο Βάσης Εργαζομένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΣΒΕΜΚΟ) καταγγέλει πως η ΜΕΤΑδραση, ΜΚΟ που ασχολείται με την προστασία ασυνόδευτων ανηλίκων στην Ελλάδα, απασχολούσε από το 2011 εργαζόμενους στο πρόγραμμα Συνοδειών Ασυνόδευτων Ανηλίκων, «χρησιμοποιώντας παράνομα και καταχρηστικά το καθεστώς των τίτλων κτήσης (απόδειξη επαγγελματικής δαπάνης). [..] Από τον Μάρτιο του 2018 επέβαλε σε όλο το προσωπικό του εν λόγω τμήματος την έκδοση Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών (μπλοκάκι), συνεχίζοντας να αφήνει έκθετους τους εργαζόμενους παρά το ότι είχαν στην πραγματικότητα εξαρτημένη σχέση εργασίας, αναγκάζοντας τους έτσι να καλύψουν το κόστος της ασφάλισης τους εξ ολοκλήρου οι ίδιοι».

Τον Ιούλιο του 2018, η μία εκ των εργαζομένων αρνούμενη το νέο καθεστώς κατέθεσε αγωγή, διεκδικώντας την αναγνώριση του εξαρτημένου της εργασίας της, η οποία πρωτόδικα απορρίφθηκε και επρόκειτο να εκδικαστεί σε δεύτερο βαθμό τις ημέρες δημοσίευσης του ρεπορτάζ.

Η ΣΒΕΜΚΟ γράφει στην ανακοίνωσή της για την υπόθεση: «Καταγγέλλουμε τις πρακτικές της ΜΕΤΑδρασης, που μαζί με πλήθος άλλων ΜΚΟ, αναπτύσσονται επενδύοντας σε ένα ανθρωπιστικό προφίλ σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ίδια στιγμή που καταπατούν τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων τους, “προβάροντας” τις χειρότερες, πιο επισφαλείς και πιο ευέλικτες μορφές εργασιακών σχέσεων.»

Το Solomon MAG επικοινώνησε με την ΜΕΤΑδραση σχετικά με την καταγγελία, η οποία μεταξύ άλλων δήλωσε «πως είναι από τις ελάχιστες οργανώσεις που η συντριπτική πλειοψηφία του προσωπικού της απασχολείται δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και πως καθίσταται αντιληπτό ότι οι αιτιάσεις που της αποδίδονται είναι αβάσιμες και εντάσσονται σε μία προσπάθεια σπίλωσης του έργου της ΜΕΤΑδρασης και δημιουργίας μιας εικόνας εργοδοτικής αυθαιρεσίας.» Η απάντηση δημοσιεύεται αυτούσια, εδώ.

Παρόμοια κατάσταση καταγγέλλουν εργαζόμενοι μέσω του ΣΒΕΜΚΟ και για την ΜΚΟ Praksis, που έχει ανθρωπιστική και ιατρική δράση. Τον Μάιο του 2018, πάνω από 100 εργαζόμενοι στην ΜΚΟ έθεσαν με ενυπόγραφη επιστολή τους ερωτήματα στην διοίκηση σχετικά με τη συνεχιζόμενη εργασιακή επισφάλεια τους, λόγω των μικρών σε διάρκεια συμβάσεων.

Η ΣΒΕΜΚΟ καταγγέλλει πως η διοίκηση κράτησε μια επιθετική στάση απέναντι στους εργαζομένους που υπέγραψαν την επιστολή και ειδικά προς όσους θεωρούσε πρωτοστάτες αυτής της κίνησης.

Τον ίδιο μήνα ήρθε και η πρώτη απόλυση. Οπότε και οι εργαζόμενοι διεκδήκησαν «να παρθεί πίσω η απόλυση, να καθιερωθούν πιο αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και να αναγνωριστεί το πραγματικό καθεστώς εργασίας των εργαζομένων που, όπως και σε όλες τις ΜΚΟ, καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες μέσω της εργασίας τους.» Η διοίκηση εν τέλει, επέλεξε να μην πάρει πίσω την απόλυση.

Η Praksis έχει, σύμφωνα με τη ΣΒΕΜΚΟ, ακόμα «εις βάρος της πρωτόδικα καταδικαστική απόφαση για την απόλυση συναδέλφισσας η οποία βρισκόταν σε άδεια μητρότητας και πως παρά την καταδίκη αυτή (το δικαστήριο αναγνώρισε τον εξαρτημένο χαρακτήρα της σχέσης εργασίας και επαναπρόσληψης με καθεστώς αορίστου χρόνου), καμία διοίκηση – παλιά ή νέα – δεν έχει φροντίσει να προβεί σε διορθωτικά μέτρα που να αφορούν το σύνολο των εργαζομένων, παρά μάλλον συνεχίζει να μην αναγνωρίζει το εξαρτημένο της σχέσης εργασίας που συνάπτει με τους/ις εργαζόμενους/ες και να καταστρατηγεί, αδιαφορώντας, την εργατική νομοθεσία.»

Το Solomon MAG επικοινώνησε με την Praksis, η οποία δήλωσε: «Καθ’ όλη την πορεία του Σωματείου PRAKSIS καμία απόλυση, που μάλιστα να έχει κριθεί ως εκδικητική δεν έχει γίνει και είναι αναληθές να διαδίδεται κάτι τέτοιο.» Ολόκληρη η απάντηση της οργάνωσης βρίσκεται εδώ.

Η τελευταία σειρά απολύσεων που καταγγέλει η ΣΒΕΜΚΟ το 2019 αφορούν τις ΜΚΟ ΕΔΡΑ, την ΑΝΙΜΑ, και το Χαμόγελο του Παιδιού.

Παρόμοιες καταγγελίες έχουν και οι εργαζόμενοι στην ΑΡΣΙΣ, MKO η οποία δηλώνει στο site της πως «δραστηριοποιείται από το 1992 στην προάσπιση των δικαιωμάτων των παιδιών και των νέων.»

Οι εργαζόμενοι της ΑΡΣΙΣ έχουν οργανώσει το δικό τους σωματείο και ανακοίνωσαν πως στις 18 Δεκεμβρίου του 2019, στην δομή του Κέντρου Υποστήριξης Νέων της ΑΡΣΙΣ «ανακοινώθηκε αιφνιδίως πως λόγω μείωσης της χρηματοδότησης δρομολογούνται απολύσεις έξι συναδέλφων/ισσών στη λήξη του έτους. Ενώ, μετέπειτα, ζητήθηκε από τους/ις συναδέλφους/ισσες να «συναποφασίσουν» και να μοιραστούν το βάρος της ανακοίνωσης.»

Οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν πως δεν είναι η πρώτη φορά που βρίσκονται εκτεθειμένοι, αφού με τη λήξη του εκάστοτε χρηματοδοτικού προγράμματος, συνήθως ανά 3 με 12 μήνες, οι εργαζόμενοι δεν είναι ποτέ σίγουροι αν θα έχουν δουλειά την επόμενη μέρα.

«Η επανάληψη αυτής της κατάστασης αβεβαιότητας την καθιστά συνειδητή επιλογή ελαστικής μορφής εργασίας και όχι τυχαιότητα ή «κακή στιγμή»», δηλώνουν.

«Σχηματίζεται μια εικόνα, εάν όχι κουλτούρα, μεθοδικής αντεργατικής πολιτικής, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την επισφάλεια που διέπει τη χρηματοδοτική ροή»

Τα μέλη του σωματείου της ΑΡΣΙΣ θεωρούν «πως η προσφορά ποιοτικού επιπέδου υπηρεσιών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με σταθερές σχέσεις εργασίας. Κάθε άλλη διαχείριση του προσφυγικού/μεταναστευτικού είναι απλά επιφανειακή και ευκαιριακή, μακριά από τον τρόπο που νοούμαστε εμείς την υποστήριξη.»

Το Solomon MAG επικοινώνησε με την ΑΡΣΙΣ αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση.

Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ πάντως έχει δεκάδες αυτοπρόσωπες ή τηλεφωνικές καταγγελίες εργαζομένων στο προσφυγικό και ο Καψάλης αναφέρει πως «σχηματίζεται μια εικόνα, εάν όχι κουλτούρα, μεθοδικής αντεργατικής πολιτικής, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την επισφάλεια που σε αρκετές περιπτώσεις όντως διέπει τη χρηματοδοτική ροή προς αυτές τις οργανώσεις-εργοδότες, ακριβώς επειδή οι παραβάσεις της εργατικής και της ασφαλιστικής νομοθεσίας δεν περιορίζονται μόνο στο μισθολογικό επίπεδο.»

Join our community of readers!

One last thing! Check your email to confirm your subscription.

Pin It on Pinterest

Share This
Skip to content