Taking too long? Close loading screen.

ΟΑνδρέας δεν εμφανίστηκε τελικά σε κανένα από τα ραντεβού. Την πρώτη φορά τηλεφώνησε για να το ακυρώσει λέγοντας πως προέκυψε μια συνέντευξη για δουλειά. Στις ευχές για καλή επιτυχία απάντησε γελώντας σαρκαστικά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα ήταν μια ακόμη μάταια προσπάθεια για εύρεση εργασίας, όπως εξάλλου αποδείχτηκαν όλες οι προηγούμενες. Μετά τη δεύτερη –αποτυχημένη- απόπειρα συνάντησης έστειλε μερικά απολογητικά μηνύματα για τις υποσχέσεις που δεν τηρούσε, χωρίς όμως να εξηγεί γιατί. Κάποιο είδος σύγχυσης φαινόταν να υπαγορεύει τις αποφάσεις του σχετικά με αυτά που νόμιζε πως έπρεπε να κάνει και αυτά που ήθελε ή που μπορούσε. Ίσως να είχε ξεχάσει κιόλας πώς να λέει όχι. Ο Ανδρέας βρίσκεται μόλις 5 μήνες εκτός φυλακής, ύστερα από 5ετή εγκλεισμό. Η σύγχυση μοιάζει να είναι το μικρότερο εμπόδιο μιας καινούριας αρχής.

Απόπειρες επανένταξης

Η επανένταξη των ατόμων που αποφυλακίζονται φαίνεται να είναι ταυτόχρονα πρακτική και υπαρξιακή. Ένας πρώην κρατούμενος που προτιμά να παραμείνει ανώνυμος περιγράφει το άγχος του συγχρωτισμού: οι κοινωνικές εκδηλώσεις και οι πολυσύχναστοι δρόμοι δεν είναι μέρη που νιώθει άνετα. Βγαίνοντας από τη φυλακή έμοιαζε σαν να μην πέρασε μια μέρα, όμως οι δικοί του άνθρωποι είχαν αλλάξει. Ο χρόνος είχε μεταβάλλει τις παρέες και τις ζωές τους και αυτός που επέστρεψε και πάλι στην κανονικότητα έπρεπε να τους γνωρίσει όλους ξανά. Το ευτύχημα στην περίπτωσή του είναι ότι υπήρχε πάντα ένα υποστηρικτικό φιλικό και συγγενικό περιβάλλον για να βοηθήσει με την αναπλήρωση του κενού ανάμεσα στη φυλακή και την κοινωνία, κάτι που συνιστά βασική παράμετρο επιτυχούς επανένταξης.

Για αρκετούς αποφυλακισμένους όμως, ο κανόνας δεν είναι αυτός. Η ύπαρξη κοινωνικού κύκλου δεν προϋποθέτει και επάρκεια οικονομικών πόρων που είναι η μόνη ασφαλής απάντηση για το ερώτημα της επιβίωσης που γεννάται την επομένη της απόλυσης από τη φυλακή. Επιπλέον και όχι σπάνια, μπορεί το περιβάλλον στο οποίο επιστρέφει κανείς να ήταν εξαρχής παραβατικό, επομένως οι πιθανότητες να εμπλακεί το άτομο σε νέα αδικήματα, αυξάνουν. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο πρώην κρατούμενος: «Η φυλακή φαίνεται πιο εύκολη τη δεύτερη φορά».

Ο Γιώργος Τατσιώνας είναι μέλος της κοινωνικής συνεταιριστικής επιχείρησης Νέοι Ορίζοντες, που δημιουργήσαν πρώην κρατούμενοι το 2014 και παρέχει υπηρεσίες καθαριότητας και αποκατάστασης χώρων, καθώς και κηπουρικής. Εξηγεί πως αυτό που προσφέρει η επιχείρηση στους προσφάτως αποφυλακισμένους είναι κυρίως κατανόηση και προσαρμοστικότητα ως προς τις ιδιαιτερότητες της ζωής τους.

Οι Νέοι Ορίζοντες, πέραν του ότι αποτελούν μια μοναδική στο είδος τους πρωτοβουλία, είναι περισσότερο μια προσωρινή λύση για να εξοικειωθεί ο πρώην κρατούμενος με την αγορά εργασίας και ύστερα να αναζητήσει κάτι καλύτερο, αλλά βέβαια και να αποκτήσει κάποιο αρχικό εισόδημα. «Όταν κάποιος βγει θα πάρει ένα επίδομα, που είναι στα 260 ευρώ και τίποτα άλλο», λέει ο Γιώργος Τατσιώνας. «Αυτό. Δεν έχει κάτι άλλο από την πολιτεία. Είσαι μόνος σου. Ξέρουμε ανθρώπους οι οποίοι βγαίνουν και δεν έχουν που να μείνουν και αναγκάζονται να κάνουν κάτι για να μπουν πάλι μέσα, γιατί έξω δεν μπορούν να ζήσουν».

Σε ένα σκηνικό με ελάχιστες δομές για τη διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης κρατουμένων, ο μοναδικός κρατικός φορέας, η Επάνοδος, μπορεί να παρέχει μια ολιγοήμερη διαμονή σε ξενώνα ή ξενοδοχείο και σίτιση όταν υπάρχει ανάγκη, ενώ στο πλαίσιό της δίνεται πρόσβαση σε συμβουλευτικές υπηρεσίες και εργαστήρια επαγγελματικής κατάρτισης. Ενδεικτική, ωστόσο, της αντιμετώπισης των κρατουμένων στην Ελλάδα είναι η μεγάλη καθυστέρηση στην ίδρυση της Επανόδου, που ενώ θεσπίζεται δια νόμου το 1999 δεν θα λειτουργήσει παρά το 2007 και αυτό με περιορισμένες δυνατότητες και δράσεις κυρίως στην πρωτεύουσα, καθώς η χρηματοδότηση δεν θα είναι ποτέ επαρκής για τη συνολική διαχείριση της επανένταξης.

Η φτώχεια είναι βέβαια η απάντηση σε πολλές από τις ερωτήσεις που αφορούν όχι μόνο στο γιατί βρέθηκε κάποιος στη φυλακή αλλά και γιατί δεν ξαναβρέθηκε στην κοινωνία. Στο πρόβλημα της επιβίωσης που συνδέεται με την άνιση πρόσβαση στην αγορά εργασίας –η οποία είναι ήδη περιορισμένη στην Ελλάδα ακόμα και για τον γενικό πληθυσμό-, προστίθεται και το πρόβλημα των ναρκωτικών.

Ο ανώνυμος πρώην κρατούμενος περιγράφει το αλισβερίσι των ναρκωτικών στη φυλακή, κυρίως της ηρωίνης, η χρήση της οποίας γίνεται τόσο απροκάλυπτα που στις σελίδες τους στο facebook οι κρατούμενοι δεν διστάζουν να ανεβάσουν φωτογραφίες από γραμμές σκόνης μέσα από τα κελιά τους –φωτογραφημένες με τα κινητά που τυπικά επίσης απαγορεύονται.

Ωστόσο, εκτός από τη φτώχεια, την έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος και την εξάρτηση από τα ναρκωτικά – συνθήκες που απαντώνται με υψηλή συχνότητα στον έγκλειστο πληθυσμό, μια σημαντική παράμετρος που γίνεται τροχοπέδη για την κοινωνική επανένταξη συνδέεται με την ίδια τη δομή της ελληνικής φυλακής και τους συσχετισμούς που αναπτύσσονται εντός της.

«Μπορεί να μην είναι η (ελληνική) φυλακή αυτό που φανταζόμαστε, όπως στις αμερικάνικες ταινίες, αλλά είναι ένα δύσκολο περιβάλλον», λέει ο Τάσος Θεοφίλου. Ο Θεοφίλου θα λάβει σύντομα, με απόφαση δικαστηρίου, 20 ευρώ αποζημίωση για κάθε ημέρα άδικης κράτησης στη φυλακή. Έχοντας πρωτόδικη κάθειρξη 25 ετών για ληστεία τραπέζης στην Πάρο και δολοφονία ενός οδηγού ταξί παρά την κραυγαλέα έλλειψη ενοχοποιητικών στοιχείων, παρέμεινε έγκλειστος για 5 χρόνια πριν την τελεσίδικη αθώωσή του.

Αφιερώνοντας τα χρόνια του εγκλεισμού του στην παρατήρηση των τρόπων της φυλακής και τη συγγραφή των ιστοριών των συγκρατούμενών του –«Ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων», θα τιτλοφορήσει χαρακτηριστικά ένα από τα βιβλία του, ο Τάσος Θεοφίλου εξηγεί στο Solomon πως προδιαγράφεται για κάποιον, ήδη από την πρώτη στιγμή του εγκλεισμού του, η μεταγενέστερη αδυναμία του να επανενταχτεί:

«Ο μόνος τρόπος για να μπορέσεις να επιβιώσεις με αξιοπρέπεια και κάποια σχετική άνεση είναι να προσκολληθείς σε μία από τις υπάρχουσες ιεραρχίες (της φυλακής)», λέει. «Δηλαδή, μπορεί να δικαιούσαι ένα επισκεπτήριο αλλά να στο κόψει ο αρχιφύλακας, έτσι, για να σου σπάσει τον τσαμπουκά. Πλέον καταλαβαίνεις ότι (ο μόνος τρόπος να μη συμβεί αυτό) είναι να το ζητήσει ένας ανώτερος από εσένα κρατούμενος. Έτσι, έχεις κίνητρο εσύ, ο πιο απομονωμένος, να προσκολληθεί σε μία ιεραρχία. Αλλά αυτό σε κάνει παράνομο μετά. Έχεις προσκολληθεί σε μία παραβατική ιεραρχία και αυτές οι παραβατικές ιεραρχίες έχουν αντανάκλαση έξω. Αυτός είναι και ο ρόλος της φυλακής κατά μία έννοια, λίγο «φουκωική». Μπαίνεις ένας μικροπαραβάτης και βγαίνεις ένας οργανωμένος παραβάτης πλέον, γιατί είσαι αναγκασμένος να οργανωθείς για να επιβιώσεις».

Κατ’ αυτό τον τρόπο, μικρές χάρες για αξιοπρεπή ή άνετη διαβίωση εντός φυλακής, ανταλλάσσονται με παράνομες χάρες εκτός. Αυτό δεν είναι κάτι που αγνοούν οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι. Όπως εξηγεί ο Θεοφίλου: «Αυτή η ιεραρχία συμφέρει πολύ τη διοίκηση της φυλακής: ο αρχιφύλακας αναθέτει σε έναν «μεγαλοκρατούμενο» τη διαχείριση της πτέρυγας, γιατί η υπηρεσία δεν είναι όλη μέρα μέσα στην πτέρυγα. Με τη σειρά του ο αρχιφύλακας θα δώσει κάποιο προνόμιο σε αυτόν τον κρατούμενο, για να θεωρεί ότι έχει συμφέρον να το κάνει και αυτό το προνόμιο διαχέεται προς τα κάτω με μία σειρά».

Η νομικός και εγκληματολόγος Αναστασία Τσουκαλά, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Paris XI, θα υπερθεματίσει: «Δεν είναι απλώς ότι υπάρχει μια υποκοσμική κατάσταση εντός των φυλακών, είναι ακόμα ότι το ίδιο το κράτος, μέσω του προσωπικού του, εδώ του σωφρονιστικού, συμβάλλει στην διαιώνιση αυτής της νοσηρότητας, εκούσια και ακούσια».

Μετά τη φυλακή, το πανεπιστήμιο

Η Αναστασία Τσουκαλά μιλώντας για τις παθογένειες του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος θα σταθεί στο ζήτημα των εκπαιδευτικών αδειών, που κατά καιρούς έχουν απασχολήσει ή και διχάσει την ελληνική κοινή γνώμη, ενώ αποτελούν θεσπισμένο δικαίωμα των κρατουμένων που φοιτούν στην ανώτατη εκπαίδευση.

«Είναι ενδεικτικό ότι οι προσπάθειες που κάνουν (οι κρατούμενοι), δεν είναι παρά για να πάρουν εκπαιδευτικές άδειες. Σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη αυτό είναι λυμένο, σε εμάς είναι αιτούμενο. Καταφέρνει κάποιος με χίλιους κόπους να μπει σε κάποιο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα και μπορεί για λόγους σωφρονιστικούς ή πειθαρχικούς εντός της φυλακής να του στερήσουν την εκπαιδευτική άδεια ή το δικαίωμα πρόσβασης στο internet» τονίζει. Η πρόσφατη περίπτωση του ενήλικου κρατούμενου Βασίλη Δημάκη που προέβη σε απεργία πείνας γιατί δεν του επιτρεπόταν να παρακολουθεί τα μαθήματά του στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Σχολής Αθηνών ακόμα και φορώντας μηχανισμό εντοπισμού, δεν είναι η μόνη.

Η Αναστασία Τσουκαλά συνεχίζει: «Η κρατούσα άποψη είναι: «Σιγά μην θέλει να σπουδάσει. Το κάνει για να βγαίνει έξω από τη φυλακή». Αυτό συνιστά την απόλυτη άρνηση έστω μιας προσπάθειας αναμόρφωσης του κρατούμενου. Αλλά και μέρος της ελληνικής κοινωνίας το περιφρονεί. Θεωρούμε ότι είναι απλώς κολπάκια για να βγαίνουν έξω», επισημαίνει.

Τα ζητήματα που αφορούν στην εκπαίδευση κρατουμένων τα γνωρίζει καλά και από μέσα, ο Πέτρος Δαμιανός, ο διευθυντής του Γυμνασίου και Λυκείου του σχολείου που λειτουργεί στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα. Στο θέμα των εκπαιδευτικών αδειών ο Δαμιανός είναι αφοπλιστικός: «Ένας νέος άνθρωπος που θέλει να δώσει πανελλήνιες και είναι και έγκλειστος είναι πάρα πολύ δύσκολο να το πετύχει», λέει. «Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία για αυτούς είναι ότι θα βγουν έξω. Το τι θα συμβεί μετά δεν μπορούν να το νιώσουν πριν τους συμβεί. Δεν μπορούν να νιώσουν το όφελος που θα έχουν για την προσωπική και πνευματική τους εξέλιξη, για τις γνώσεις που θα πάρουν, για την επαγγελματική αποκατάσταση που θα έχουν. Όλα αυτά τα πράγματα είναι μετά την επιτυχία. Εκείνη την ώρα σκέφτονται μόνο την άδεια».

Δεν ακούγεται παράξενο ειδικά λαμβάνοντας υπόψη την εφηβική ψυχοσύνθεση, να θέλει κανείς να περάσει στο Πανεπιστήμιο προκειμένου να τύχει ανταλλαγμάτων. Σε κάποιες περιπτώσεις της κανονικής ζωής, κάποιος δύναται να δωροδοκηθεί με ένα αμάξι προκειμένου να τα πάει καλά στις τελικές εξετάσεις. Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι εδώ υπάρχει απλώς μια υγιής ροπή προς την ελευθερία.

Ωστόσο, έχει δίκαιο ο Δαμιανός. Τα υπόλοιπα οφέλη γίνονται αντιληπτά αργότερα, όπως στην περίπτωση ενός παλιού μαθητή του που πέρασε σε κάποιο ΤΕΙ. Προκειμένου να διευθετηθεί το θέμα των παρουσιών του νέου φοιτητή στα μαθήματα, καθώς δεν είναι απλό πράγμα η μετακίνηση ενός κρατουμένου και απαιτεί την καλή συνεργασία της διεύθυνσης των φυλακών και των πρυτανικών αρχών του εκπαιδευτικού Ιδρύματος, ο κρατούμενος φοιτητής πήρε άδεια για να επισκεφθεί μαζί με την μητέρα του το γραφείο του Κοσμήτορα. Η γνωριμία με έναν κόσμο που δεν ήταν ο αναμενόμενος, ο σεβασμός με τον οποίο του απευθύνθηκαν στην καινούρια του σχολή έκαναν τον ανήλικο κρατούμενο να εκμυστηρευτεί στον Δαμιανό την επόμενη μέρα πως «Η μητέρα του τον είδε πια με άλλο μάτι».

Το δικαίωμα της πρόσβασης στην εκπαίδευση δεν είναι καθολικό στις ελληνικές φυλακές. Μόλις τον Μάρτιο του 2018 ψηφίστηκε νόμος που προβλέπει την ίδρυση όλων των σχολικών βαθμίδων σε όλες τις φυλακές της χώρας και εφαρμόζει την ουσία της Recommendation (89)12 του Συμβουλίου, που ορίζει την πρόσβαση όλων των κρατουμένων στην εκπαίδευση. «Όλων όσων το επιθυμούν», τονίζει ο Δαμιανός –η εκπαίδευση δεν είναι ποινή.

Ένας από αυτούς που το επιθύμησαν πολύ ήταν ο Ρόκας Μπαλμπιέρις από τη Λιθουανία. Στα 20 του χρόνια συνελήφθη στα ελληνικά σύνορα για διακίνηση ναρκωτικών και έλαβε πρωτόδικα 15 χρόνια φυλάκισης. Δεν ήξερε καθόλου ελληνικά και όλα έδειχναν ότι θα έπρεπε να περάσει πολλά χρόνια στην Ελλάδα –ή μάλλον στην Ετεροτοπία της φυλακής, που είναι μια χώρα από μόνη της.

«Τη στιγμή που ο δικαστής μου έλεγε ότι έχω ποινή 15 χρόνια, εγώ σκέφτηκα ότι αυτός έτσι κι αλλιώς δεν με ξέρει προσωπικά, δεν ξέρει τι άνθρωπος είμαι. Αυτός διαβάζει στο χαρτί τι έγκλημα έχω κάνει και πως περίπου πρέπει να με τιμωρήσει και το μόνο που είναι στο χέρι του είναι να πει πόσο καιρό θα περάσω στο συγκεκριμένο μέρος. Όλα τα υπόλοιπα, πως θα αισθανθώ, τι θα κάνω και τι άλλες αποφάσεις θα πάρω, όλα είναι στο δικό μου χέρι. Κατάλαβα ότι θα μείνω και αποφάσισα να κάνω ό,τι περισσότερο μπορώ για να περνάω πιο ωραία και να μαθαίνω ό,τι μπορεί να χρειαστεί για το μέλλον. Μπήκα στη μουσική ομάδα και μετά άρχισα γυμναστική, πήγα στο σχολείο, εκεί δημιουργήθηκε ένα κλαμπ για σκάκι, μπήκα κι εκεί, μετά δημιουργήθηκε ένα εργαστήριο που μας μάθαινε πώς να τοποθετούμε παράθυρα αλουμινίου οπότε μπήκα και σε αυτό. Όπου μπορούσα, μπήκα. Το καλοκαίρι όταν δεν είχαμε σχολείο άρχισα να δουλεύω αρχικά σαν καθαριστής και μετά σαν καφετζής μέσα στη φυλακή, οπότε ο χρόνος άρχισε να πετάει. Μετά από 2 χρόνια με μετέφεραν στον μεγάλο θάλαμο με τους ενήλικες».

Ο Ρόκας παραδέχεται ότι ήταν τυχερός που βρέθηκε στις φυλακές Αυλώνα, όπου υπήρχε σχολείο. Δεν είναι σίγουρος ότι θα είχε καταφέρει ό,τι αργότερα κατάφερε, αν είχε βρεθεί σε άλλο σωφρονιστικό κατάστημα που όχι μόνο δεν θα είχε εκπαιδευτικές δομές αλλά και οι συνθήκες διαβίωσης λόγω υπερπληθυσμού θα δυσκόλευαν την παραμονή του.

Τελικά, ο Ρόκας έμαθε ελληνικά αλλά κυρίως ανέπτυξε μια άλλη γλώσσα που πάντα μάλλον γνώριζε: τα μαθηματικά. Σε λίγο χρόνο κατάφερε αυτό για το οποίο πασχίζουν πολλοί μαθητές των εκτός φυλακής σχολείων, να περάσει σε ένα από τα καλύτερα Ανώτερα Ιδρύματα της χώρας, στο Πολυτεχνείο, στη Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών.

Παρέμεινε στη φυλακή 4 χρόνια και απολύθηκε μετά την απόφαση του Εφετείου που μείωσε την ποινή του. Σήμερα ο Ρόκας είναι στο 6ο έτος της σχολής του και βέβαια τίποτα δεν είναι ακόμα εξασφαλισμένο καθώς κινδυνεύει ακόμα με απέλαση, αναμένοντας να γίνει ένα ακόμα δικαστήριο το οποίο καθυστερεί χρόνια. Η επανένταξή του όμως συνέβη ομαλά. Η Επάνοδος τον στηρίζει οικονομικά για να έχει την ίδια άνεση να τελειώσει την δύσκολη σχολή του με τους υπόλοιπους συμφοιτητές του. Παράλληλα, βρίσκει ευκαιριακές δουλειές αλλά γνωρίζει πολύ καλά από πρώην συγκρατούμενους τη δυσκολία στην αναζήτηση εργασίας που σχετίζεται με το στίγμα της φυλάκισης.

Για αυτό τον λόγο άργησε και ο ίδιος να πει στους συμφοιτητές του πως βρέθηκε στην Ελλάδα. «Απέφευγα τον πρώτο χρόνο να λέω στους άλλους ότι ήμουν στη φυλακή. Επειδή δεν μου αρέσει να λέω ψέματα, έλεγα ότι ήρθα στην Ελλάδα με περιπέτειες ή για δουλειές και μετά έμεινα- πράγμα που ήταν η μισή αλήθεια. Πίστευα ότι θα με απέφευγαν».

Κάτι τέτοιο δεν συνέβη τελικά γιατί ο Ρόκας υπήρξε φωτεινό παράδειγμα της καλής συγκυρίας ύπαρξης εκπαιδευτικής διεξόδου για φυλακισμένους. Όπως συμβαίνει στους περισσότερους ελεύθερους ανθρώπους, έτσι και ο Ρόκας όταν ήταν ακόμα 16 στο Βίλνιους, δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει την κρισιμότητα της ανάγκης για επανένταξη: «Θυμάμαι περπατούσαμε με έναν φίλο και συναντήσαμε έναν άνθρωπο που ήταν πολύ ειλικρινής και μας ζήτησε ψιλά επειδή είχε μόλις βγει από τη φυλακή και δεν ήθελε να κλέψει. Παρόλο που είχα δεν του έδωσα. Το έχω μετανιώσει πάρα πολύ».

Μπορεί τελικά κανείς να αναγνωρίσει το δικαίωμα στην επανένταξη αποφυλακισμένων ως αναφαίρετο δικαίωμα καθενός που έχει εκτίσει το χρέος του –όπως επιτάσσουν οι νόμοι της κοινωνίας που ζει- να μείνει εκτός της, ή έστω μπορεί να προσεγγίσει την επανένταξη ωφελιμιστικά, ως τρόπου μείωσης της εγκληματικότητας. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πως θα πρέπει κανείς να μπορεί να αποσυνδέει τον φυλακισμένο από το φαντασιακό τεκμήριο της εγκληματικής προδιάθεσης. Ότι δηλαδή κάποιος γεννήθηκε εγκληματίας, συνεπώς κάθε απόπειρα σωφρονισμού που στοχεύει στην υγιή επαναφορά στην κοινωνία είναι μάταιη.

Για τον Ρόκας μια τέτοια άποψη θα φαινόταν αστεία. Όταν σηκώθηκα από το τραπεζάκι που πίναμε τον καφέ μας σε κάποια καφετέρια του αθηναϊκού κέντρου για να πάω λίγο μέσα, του είπα ότι «Αφήνω τα πράγματά μου εδώ» για να απαντήσει αμέσως σε εύθυμο τόνο «Μην ανησυχείς, δεν θα στα κλέψω». Γελάσαμε και ύστερα επιστρέψαμε και οι δυο στην ρουτίνα της ελευθερίας.Η ενσωμάτωση αποφυλακισθέντων στην Ελλάδα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η εκπαίδευση μοιάζει να είναι μια μικρή διέξοδος διαφυγής.

Join our community of readers!

One last thing! Check your email to confirm your subscription.

Pin It on Pinterest

Share This
Skip to content