Taking too long? Close loading screen.
H

Είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης δύο κουρείων, αλλά δεν είναι το αφεντικό. Αυτή δεν είναι η μόνη περίπτωση κατά την οποία ένας μετανάστης χωρίς νομικό καθεστώς αδυνατεί να κατέχει νόμιμα ή να καταχωρήσει στο όνομά του μια επιχείρηση. Πολλοί μετανάστες που μένουν εδώ και χρόνια στην Ελλάδα συνεχίζουν να μην έχουν άδεια παραμονής, παρά την ψήφιση του νόμου για τη νομιμοποίηση των παράτυπων μεταναστών το 2005. Σε εκείνους που δεν πήραν νομικά έγγραφα για τον ένα ή τον άλλο λόγο, ή εισήλθαν στη χώρα μετά το 2005, δόθηκε η δυνατότητα αίτησης για πολιτικό άσυλο και η απόκτηση της περίφημης «ροζ κάρτας» – που είναι στην ουσία μια προσωρινή άδεια παραμονής, η οποία ισχύει μέχρι την περαίωση της εξέτασης της αίτησης ασύλου. Το γεγονός είναι ότι για πολλά χρόνια, η Ελλάδα έχει κακό ιστορικό σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των αιτήσεων ασύλου και τη λήψη επειγουσών αποφάσεων· οι αιτούντες με προσωρινές ροζ κάρτες περιμένουν εδώ και χρόνια περαίωση της εξέτασης.

Η διαδικασία της νομιμοποίησης των μεταναστών ήταν πάντα ζήτημα στην Ελλάδα, αφού για πολλά χρόνια δεν υπήρχε καμία ενεργή μεταναστευτική πολιτική σε ισχύ. Αυτή που υπάρχει σήμερα εξακολουθεί να μην είναι όσο αποτελεσματική θα έπρεπε. Η Ελλάδα, όντας η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που συνορεύει με την Τουρκία, είναι και η πρώτη στάση για τους μετανάστες που θέλουν να εισέλθουν στην Ευρώπη. Ο κανονισμός του Δουβλίνου ΙΙΙ για τους αιτούντες άσυλο απαίτησε η Ελλάδα να δεχτεί εναν μεγάλο αριθμό μεταναστών και προσφύγων. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, ο οποίος είναι αποτελεσματικός μεταξύ των Ευρωπαϊκών κρατών μελών, υπεύθυνη για την εξέταση αίτησης ασύλου είναι η χώρα στην οποία έφτασε πρώτα ο αιτών. Δεδομένου ότι οι περισσότεροι από τους μετανάστες εισέρχονται στην Ελλάδα από την Τουρκία, η Ελλάδα είναι υπεύθυνη για την εξέταση αίτησης ασύλου, άρα και υπεύθυνη για τη φιλοξενία των αιτούντων άσυλο.

Έχοντας τη ροζ κάρτα στην κατοχή τους, οι αιτούντες άσυλο είχαν τη δυνατότητα να εργαστούν νόμιμα, αλλά δεν μπορούσαν να έχουν επιχειρήσεις εγγεγραμμένες στο όνομά τους. Αυτοί που ήταν επιχειρηματικά πνεύματα, αναζητούσαν μονίμως τρόπους να αποκτήσουν τη δική τους επιχείρηση παρά να είναι μόνον υπάλληλοι. Η λύση για αυτούς ήταν να βρουν κάποιον (ένα πρόσωπο με νομικό καθεστώς) που να γνωρίζουν πολύ καλά και να εμπιστεύονται, και να τον κάνουν νόμιμο ιδιοκτήτη της επιχείρησής τους. Έτσι άρχισαν να ανοίγουν καταστήματα, τα οποία στην πραγματικότητα δεν ήταν καταχωρημένα στο όνομά τους, αλλά κάτω από το όνομα του νόμιμου ιδιοκτήτη, κατόχου άλλων καταχωρημένων επιχειρήσεων καθώς και του νομικού καθεστώτος διαμονής και εργασίας στην Ελλάδα. Αν και η καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης – η ενασχόληση με τους πελάτες και η δημιουργία κερδών – είναι ευθύνη του ανθρώπου που ξεκίνησε την επιχείρηση, δεν είναι τελικά αυτός που επισήμως αποφασίζει για τα οικονομικά σχέδια της επιχείρησης, αλλά το πρόσωπο που είχε καταχωρήσει την επιχείρηση στο όνομά του και κατέβαλλε τους φόρους της. Η λύση για αυτούς ήταν να βρουν κάποιον (ένα πρόσωπο με νομικό καθεστώς) που να γνωρίζουν πολύ καλά και να εμπιστεύονται, και να τον κάνουν νόμιμο ιδιοκτήτη της επιχείρησής τους. Έτσι άρχισαν να ανοίγουν καταστήματα, τα οποία στην πραγματικότητα δεν ήταν καταχωρημένα στο όνομά τους, αλλά κάτω από το όνομα του νόμιμου ιδιοκτήτη, κατόχου άλλων καταχωρημένων επιχειρήσεων καθώς και του νομικού καθεστώτος διαμονής και εργασίας στην Ελλάδα.

Αν και η καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης – η ενασχόληση με τους πελάτες και η δημιουργία κερδών – είναι ευθύνη του ανθρώπου που ξεκίνησε την επιχείρηση, δεν είναι τελικά αυτός που επισήμως αποφασίζει για τα οικονομικά σχέδια της επιχείρησης, αλλά το πρόσωπο που είχε καταχωρήσει την επιχείρηση στο όνομά του και κατέβαλλε τους φόρους της. Ο επιχειρηματίας και ο νόμιμος εταίρος του δεν είχαν γραπτή συμφωνία που να καθορίζει την επιχειρηματική στρατηγική. Υπήρχε μόνο μια προφορική, βασισμένη στην κοινή εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο, η οποία επέτρεψε στον επιχειρηματία να ξεκινήσει τη «δική του» επιχείρηση, καταχωρημένη ωστόσο στο όνομα του άλλου. Αυτό μοιάζει κάπως με τον τύπο franchise των επιχειρήσεων, αλλά χωρίς την επίσημη νομική συμφωνία. Λόγω της έλλειψης γραπτής συμφωνίας λοιπόν, αυτό το είδος επιχειρηματικής σχέσης άφηνε τους εμπλεκόμενους σε μια ευάλωτη κατάσταση. Ο επιχειρηματίας δεν μπορούσε να αυξήσει τις πωλήσεις του πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο, καθώς τότε, ο επίσημος ιδιοκτήτης θα έπρεπε να πληρώσει περισσότερους φόρους – και αυτό αποθαρρύνει τον επιχειρηματία από το να επεκτείνει τις δραστηριότητές του. Σε κάθε περίπτωση, η τελική λήψη οικονομικών αποφάσεων ήταν στο χέρι του ατόμου που είχε την επιχείρηση στο όνομά του. Ο επιχειρηματίας ήταν ο «πραγματικός» ιδιοκτήτης της επιχείρησης, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχε το πάνω χέρι στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, πράγμα το οποίο τελικά οδηγούσε στην αποτυχία της επιχείρησης.

Συνάντησα έναν μετανάστη από το Αφγανιστάν που είναι ο ιδιοκτήτης μιας τέτοιας επιχείρησης στο κέντρο της Αθήνας.

 

“Έκανα αίτηση για άσυλο το 2008 και πήρα ροζ κάρτα, αλλά ακόμα περιμένω να με καλέσουν για την δεύτερη συνέντευξη!”

Όταν έφτασε στην Ελλάδα τότε, δεν είχε δουλειά και άρχισε να πουλάει κάρτες κινητής τηλεφωνίας σε άλλους μετανάστες στους δρόμους της Αθήνας. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, αποφάσισε να ανοίξει τη δική του επιχείρηση, αλλά επειδή ήταν αδύνατον νομικά, ήρθε σε επαφή με έναν άλλο Αφγανό μετανάστη που είχε νομικό καθεστώς και καταχώρησε την επιχείρηση στο όνομά του. Ο νόμιμος εταίρος συμφώνησε να «ενοικιάσει» την άδεια επιχείρησής του στο νέο επιχειρηματία για να ανοίξει το δικό του κατάστημα με κινητά τηλέφωνα και αξεσουάρ. Μετά από λίγο, όμως, αναγκάστηκε να σπάσει τη συμφωνία και να κλείσει το μαγαζί του λόγω διαφορών που προέκυψαν. Βρήκε έναν άλλο συνεργάτη, «ενοικίασε» ξανά την άδεια επιχείρησής του και συνέχισε την ίδια διαδικασία, αλλά στο τέλος δεν ήταν και πάλι απόλυτα ικανοποιημένος με την πορεία της επιχείρησης.

Συνάντησα έναν άλλο μετανάστη, έναν άνδρας από το Πακιστάν, ο οποίος ήταν στην ίδια κατάσταση. Μου είπε την ιστορία του για το πώς κατάφερε να ανοίξει ένα κουρείο. Σήμερα, είναι ο «ιδιοκτήτης» δύο κουρείων, αλλά αυτή τη φορά η επιχείρηση του είναι γραμμένη στο όνομα ενός Έλληνα υπηκόου. Μου έδειξε τα χαρτιά του και μου είπε:

“Κοίτα! Είμαι υπάλληλος με δική μου επιχείρηση και το αφεντικό μου (Έλληνας υπήκοος) μου πληρώνει μηνιαίο μισθό και φόρους!” Αν είχε νομικό καθεστώς, είπε, θα είχε επεκτείνει την επιχείρησή του, αλλά επειδή δεν είναι σίγουρος για το νομικό μέλλον του, διστάζει να το κάνει.

Το μόνο πλεονέκτημα για τις δύο πλευρές είναι ότι ο πραγματικός ιδιοκτήτης δεν πληρώνει απευθείας τους φόρους και δεν φέρει ευθύνη για τα λογιστικά, ενώ ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης παίρνει κάποια επιπλέον χρήματα μισθώνοντας την άδεια του, χωρίς να καταβάλλει επιπλέον φόρους. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα βρίσκουμε τέτοιου είδους επιχειρήσεις. Ιδιαίτερα στο κέντρο της Αθήνας υπάρχουν επιχειρήσεις μεταναστών, κυρίως από την Ασία, που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Υπάρχουν καταστήματα με κινητά τηλέφωνα και ηλεκτρονικά, μίνι μάρκετ, ακόμα και εστιατόρια, τα οποία αρχικά καταχωρήθηκαν σε άλλα ονόματα και οι πραγματικοί ιδιοκτήτες πληρώνουν κάθε μήνα «ενοίκιο» στους νόμιμους ιδιοκτήτες. Δεδομένου ότι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες δεν έχουν ακόμη νομικό καθεστώς, δεν μπορούν να έχουν μια επιχείρηση στο όνομά τους. Δεν υπάρχει κανένας νόμος που να νομιμοποιεί αυτούς τους επιχειρηματίες, ώστε να αρχίσουν να πληρώνουν τους φόρους τους χωρίς μεσάζοντες και να παίξουν το δικό τους ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Μιλώντας με έναν άλλο αιτούντα άσυλο με ροζ κάρτα, συνειδητοποίησα ότι όταν ένας επιχειρηματίας δεν αισθάνεται σίγουρος για το οικονομικό του μέλλον, οδηγείται σε φορολογικές παρατυπίες. «Οι επενδύσεις γίνονται με σκοπό το κέρδος. Είναι κανόνας! Όταν ένας επιχειρηματίας βλέπει ότι το οικονομικό του μέλλον είναι αβέβαιο, είτε θα καταλήξει να μην πληρώνει τους φόρους του σωστά ή να αποκρύπτει τα κέρδη του για να αποφύγει να πληρώσει κι άλλους φόρους», μου είπε ένας μετανάστης. Και πρόσθεσε: «Μια υγιής επιχείρηση χρειάζεται ένα σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον για να αναπτυχθεί». Η νομιμοποίηση των μεταναστών μπορεί να βοηθήσει στην επίλυση αυτού του προβλήματος των παράνομων επιχειρηματιών και να τονώσει την οικονομία, δίνοντας την ευκαιρία οικονομικής ανάπτυξης και επέκτασης στην Ελλάδα. Εάν η νομιμοποίηση τέτοιων μεταναστών υιοθετηθεί και τους δοθεί νομικό καθεστώς, αυτό θα οδηγήσει όχι μόνο στην αύξηση των φορολογικών εσόδων, αλλά και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Join our community of readers!

One last thing! Check your email to confirm your subscription.

Pin It on Pinterest

Share This
Skip to content