Taking too long? Close loading screen.

Από την πτώση της Χούντας ως σήμερα, λίγες ημέρες πριν από τις –πρόωρες μεν, κατόπιν μιας, συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν, μακράς κυβερνητικής θητείας δε– κοινοβουλευτικές εκλογές του 2019, οι Έλληνες έχουν πάει στην εθνική κάλπη συνολικά 17 φορές, μη περιλαμβανομένου του πολυσυζητημένου δημοψηφίσματος στις 5 Ιουλίου 2015 και του ιστορικού δημοψηφίσματος στις 8 Δεκεμβρίου 1974, για την αλλαγή του πολιτεύματος.

Σε συνολική περίοδο 41 ετών, σχεδόν οι μισές από αυτές τις 17 κάλπες στήνονται τα τελευταία 15 χρόνια, δηλαδή από το 2000 και έπειτα. Μέσα σε αυτά είναι που η χώρα περνά από την άλλοτε, σε γενικές γραμμές, τετρακομματική και πεντακομματική αντιπροσώπευση των πολιτών στο Κοινοβούλιο στην ως και οκτακομματική βουλή, όπως υπήρξε η πιο πρόσφατη.

Τον Σεπτέμβριο του 2015, ο αριθμός των κομμάτων που αντιπροσωπεύονται στο Κοινοβούλιο αυξάνεται σε οκτώ, συγκροτώντας την πιο πολυκομματική Βουλή των Ελλήνων στη Μεταπολίτευση.

Η συλλογή ιστορικών δεδομένων και η ανάλυση του εκλογικού αποτελέσματος διαχρονικά, εξυπηρετούν την αφήγηση της ιστορίας της ψήφου των Ελλήνων, που περιλαμβάνει δικομματισμό, οικουμενική κυβέρνηση, πολιτική σταθερότητα ως προϊόν κάποιας, υπαρκτής ή εκ των υστέρων αμφισβητούμενης, ευμάρειας, κοινοβουλευτικές αναταράξεις, φλερτ με τον νεοναζισμό και πολυδιασπασμένη κομματική ισχύ.

Όταν η λιτότητα ταρακουνά την κάλπη

Τον Μάιο 2012, που για πρώτη φορά βουλευτικές εκλογές διεξάγονται στη «μνημονιακή» Ελλάδα, η «λαϊκή εντολή» στέλνει στη βουλή επτά κόμματα –ισάριθμες κοινοβουλευτικές δυνάμεις είχαν νωρίτερα υπάρξει μόνο το 1977, όταν οι πολίτες ψήφισαν για δεύτερη φορά, μετά τη δικτατορία. Τρεις εκλογικές αναμετρήσεις αργότερα, τον Σεπτέμβριο 2015, ο αριθμός των κομμάτων που αντιπροσωπεύονται στο Κοινοβούλιο αυξάνεται σε οκτώ, συγκροτώντας την πιο πολυκομματική Βουλή των Ελλήνων στη Μεταπολίτευση.

Νωρίτερα στην Ιστορία, η βουλή είναι συνήθως τετρακομματική ή πεντακομματική, με χρονιά ορόσημο το 1989, όποτε δύο εκλογικές αναμετρήσεις διεξάγονται σε κλίμα βαθιάς πόλωσης, στη σκιά του σκανδάλου Κοσκωτά, το οποίο συγκλονίζει τον πολιτικό κόσμο και, φυσικά, δοκιμάζει τις σχέσεις της πολιτικής εξουσίας με τον Τύπο.

Μάλιστα, μετά τις πρώτες εκλογές της χρονιάς εκείνης, τον Ιούνιο 1989, σχηματίζεται η κυβέρνηση συνεργασίας, υπό τον Τζαννή Τζανετάκη, επισφραγίζοντας τον «ιστορικό συμβιβασμό» μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και Αριστεράς. Η εν λόγω κυβέρνηση οδηγεί τη χώρα στις δεύτερες εκλογές, τον Νοέμβριο 1989, απόρροια της οποίας είναι η «οικουμενική κυβέρνηση», υπό τον Ξενοφώντα Ζολώτα. Στο μεταξύ αλλά και τα επόμενα χρόνια, η ρητορική του «Βρώμικου ’89» και η ρητορική της «Κάθαρσης» διασταυρώνουν τα ξίφη τους.

 

Αριθμός κομμάτων στο Κοινοβούλιο ανά εκλογική αναμέτρηση

Περισσότερα κόμματα από ποτέ «μπήκαν» στη βουλή τον Σεπτέμβριο 2015.

Πηγή δεδομένων: Βουλή των Ελλήνων

 

Σήμερα, είναι πλέον σαφές ότι η «Μεταπολίτευση» δεν είναι μία ενιαία περίοδος: «Το ζήτημα της περιοδολόγησης της Μεταπολίτευσης είναι ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Υπάρχουν συζητήσεις εάν η πολιτική Ιστορία της Μεταπολίτευσης πρέπει να ιδωθεί μέσα από το στενό πρίσμα του πολιτικού ανταγωνισμού ή υπό το διευρυμένο πρίσμα των ευρύτερων μεταβολών στη διεθνή σκηνή», λέει η Φανή Κουντούρη, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Στις εκλογές του 2012, σπάνε ορισμένα πολύ βασικά χαρακτηριστικά της Μεταπολίτευσης, όπως η εναλλαγή δύο κομμάτων στην εξουσία (δικομματισμός), οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις, η αποευθυγράμμιση από τους ψηφοφόρους και η ανάδυση νέων κομμάτων.

Στη συνέχεια, η ίδια περιγράφει: «Η αφετηρία της Μεταπολίτευσης είναι, το 1974, η αλλαγή πολιτεύματος σε προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Στη συνέχεια, οι τομές διαφέρουν: Για ορισμένους αναλυτές, μια πρώτη περίοδος φτάνει ως το 1989, όταν οδηγούμαστε στον λεγόμενο “ιστορικό συμβιβασμό”, μέσα στο πλαίσιο της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού. Για άλλους, εκτείνεται ως το 1996, όταν οδηγούμαστε σε εκλογές χωρίς τους Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και Ανδρέα Παπανδρέου, τους πολιτικούς αρχηγούς που σφράγισαν τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Η ύστερη Μεταπολίτευση φτάνει ως το 2010 και την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, ενώ θα λέγαμε ότι ολοκληρώνεται στις εκλογές του 2012 που δημιουργούν έναν «εκλογικό σεισμό», ο οποίος φέρνει μια σημαντική ρευστοποίηση του πολιτικού και κομματικού σκηνικού. Στις εκλογές του 2012, σπάνε ορισμένα πολύ βασικά χαρακτηριστικά της Μεταπολίτευσης, όπως η εναλλαγή δύο κομμάτων στην εξουσία (δικομματισμός), οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις, η αποευθυγράμμιση από τους ψηφοφόρους και η ανάδυση νέων κομμάτων. Παράλληλα, διαπιστώνονται ορισμένες ποιοτικές διαφοροποιήσεις, όπως νέες μορφές διαμαρτυρίας, πολύ χαμηλά ποσοστά εμπιστοσύνης σε κόμματα και πολιτικούς, νέες μορφές αυτοοργάνωσης».

Από τον δικομματισμό του 86,66% στον «δικομματισμό» χωρίς αυτοδυναμίες

Ο αριθμός των κομμάτων που καταλαμβάνουν θέσεις στο Κοινοβούλιο, μεταξύ άλλων, εξαρτάται από τα επίπεδα του δικομματισμού, δεδομένου ότι όταν το εκλογικό σώμα συμπιέζεται σε δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα, τα εκλογικά ποσοστά του δικομματισμού είναι υψηλά και, ως εκ τούτου, η δυναμική των λοιπών κομμάτων συρρικνώνεται, όπως και η αντιπροσώπευσή τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορική εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ (48,97%) το 1981, όποτε η Νέα Δημοκρατία συλλέγει το 35,87% των ψήφων και, έτσι, το άθροισμα των ποσοστών των δύο πρώτων κομμάτων φτάνει το 83,94%, οδηγώντας στο ιστορικό χαμηλό μιας τρικομματικής βουλής.

Στο ερώτημα εάν η χρονιά της «Αλλαγής» είναι η αρχή του δικομματισμού, η Επίκουρη Καθηγήτρια Φανή Κουντούρη απαντά: «Ο δικομματισμός αρχίζει νωρίτερα, ήδη από τις εκλογές του 1977, όταν το ΠΑΣΟΚ λαμβάνει το 25,34%, έναντι του 41,84% της Νέας Δημοκρατίας. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι στις εκλογές του 1981 έχουμε τη μεγάλη ανατροπή: Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει, η ΝΔ “πέφτει” και το ποσοστό του ΚΚΕ φτάνει το 10,93%. Έτσι, έχουμε τον καταμερισμό των εδρών μεταξύ των τριών κομμάτων. Βέβαια, το ποσοστό του δικομματισμού θα φτάσει, το 1985, στο 86,66%. Ο δικομματισμός θα διατηρήσει τα υψηλά ποσοστά και θα σημειώσει ελαφρά κάμψη στις εκλογές των 1996, 2007 και 2009 –και στις τρεις αυτές εκλογικές αναμετρήσεις, τελικά έχουμε πεντακομματική βουλή».

 

Το άθροισμα των μεριδίων των δύο πρώτων κομμάτων (%) ανά εκλογική αναμέτρηση

Η μέση τιμή του εκλογικού ποσοστού του δικομματισμού είναι 81,68%. Σημαντικά κάτω από αυτό, η ψήφος των Ελλήνων κινείται μόνο από το 2012 και εφεξής.

Πηγή δεδομένων: Βουλή των Ελλήνων

 

Το 2012, σημειώνεται η κατάρρευση του δικομματισμού, όπως οι Έλληνες τον ήξεραν ως τότε: η Νέα Δημοκρατία, ως πρώτη κοινοβουλευτική δύναμη, υποχωρεί στο 29,66%, το ΠΑΣΟΚ συντρίβεται, περιοριζόμενο στο 12,28% και ο ΣΥΡΙΖΑ απολαμβάνει ένα «ράλι» ανόδου, φτάνοντας το 26,89%. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έκτοτε ανοίγει και συντηρείται η συζήτηση περί «νέου δικομματισμού», ο οποίος, όμως, βρίσκει τα αθροιστικά ποσοστά του πολύ κάτω από τον διαχρονικό μέσο όρο.

«Στην περίπτωση αυτή, δημιουργούνται μεγαλύτερα περιθώρια ανόδου μικρότερων σχηματισμών. Εδώ, όμως, πρέπει να σημειώσουμε ότι, μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, έχουμε ορισμένες σημαντικές διαγραφές, αποχωρήσεις, μετακινήσεις βουλευτών, από τα κόμματα κυρίως του ΠΑΣΟΚ αλλά και της Νέας Δημοκρατίας, ορισμένοι εκ των οποίων συγκροτούν νέους πολιτικούς σχηματισμούς», σχολιάζει η Φανή Κουντούρη.

Ο θρίαμβος του ΣΥΡΙΖΑ ως ανεστραμμένο είδωλο της κατάρρευσης ΠΑΣΟΚ;

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό του (3,2%) το 2000, τότε ως Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου, κινείται ελαφρώς ανοδικά τα αμέσως επόμενα χρόνια, απολαμβάνει ραγδαία αύξηση του ποσοστού του τον Μάιο 2012 και φτάνει να αποτελέσει τη μείζονα δύναμη τον Ιανουάριο 2015, με ποσοστό 36,34%.

Η είσοδος της χώρας στα μνημόνια φέρνει τέτοιο πολιτικό και κοινωνικό αναβρασμό που επαναπροσδιορίζονται οι σχέσεις των ψηφοφόρων με την πολιτική και τα πολιτικά κόμματα.

Αντιστρόφως ανάλογη πορεία ακολουθεί το ΠΑΣΟΚ, το οποίο στην εν λόγω τελευταία αναμέτρηση φτάνει στο «ναδίρ» (4,68%) της ιστορίας του. «Πρόκειται για ανατροπές που δημιουργούνται, όταν αναδεικνύονται αυτό που λέμε οι κατάλληλες δομές πολιτικών ευκαιριών: Στην προκειμένη περίπτωση, η είσοδος της χώρας στα μνημόνια φέρνει τέτοιο πολιτικό και κοινωνικό αναβρασμό που επαναπροσδιορίζονται οι σχέσεις των ψηφοφόρων με την πολιτική και τα πολιτικά κόμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που δημιουργείται το 2004 αλλά κουβαλάει ένα μεγάλο μέρος και της κινηματικής Αριστεράς, προτάσσει έγκαιρα την ανάληψη της διακυβέρνησης από την Αριστερά και καταφέρνει να συσπειρώσει ψήφους –κυρίως από το ΠΑΣΟΚ, που έχει εκλογικά καταρρεύσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ, μέσα στα συμφραζόμενα της εποχής, κατάφερε να διατυπώσει μια κοινωνική ατζέντα και να καλλιεργήσει την ελπίδα της ανατροπής μια δεδομένης κατάστασης. Δεν θα έλεγα ότι πρόκειται περί αντανάκλασης. Τα δύο φαινόμενα αναπτύσσονται παράλληλα, το ένα τροφοδοτείται από την πτώση του άλλου, αλλά πρέπει να σεβαστούμε την αυτονομία του κάθε πεδίου ξεχωριστά», απαντά η Φανή Κουντούρη.

 

Εκλογικά ποσοστά (%) κομμάτων ανά εκλογικό γύρο

Οι άλλοτε κυβερνητικές δυνάμεις συντρίβονται κατά τα χρόνια των μνημονίων

Σημείωση: Περιλαμβάνονται μόνο τα κόμματα που διαχρονικά αντιπροσωπεύονται στη Βουλή, όπως και η Χρυσή Αυγή η οποία αποτελεί σημαντική «προσθήκη» στο κοινοβουλευτικό γίγνεσθαι. Στο υπόμνημα, τα κόμματα αναφέρονται με σειρά εκλογικού ποσοστού στις τελευταίες εθνικές εκλογές, τον Σεπτέμβριο 2015. Πηγή δεδομένων: Βουλή των Ελλήνων

Το «φαινόμενο» Χρυσή Αυγή

Η Χρυσή Αυγή λαμβάνει 6,97% και 6,92% των ψήφων τον Μάιο και τον Ιούνιο 2012, αντίστοιχα. Αυτή είναι η πρώτη φορά που το νεοναζιστικό κόμμα καταλαμβάνει έδρες στο ελληνικό Κοινοβούλιο.

Σχεδόν τρία χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο 2015, η Χρυσή Αυγή μειώνει το ποσοστό της στο 6,28%, χάνοντας μόλις μία έδρα, την οποία παίρνει πίσω τον Σεπτέμβριο 2015, όταν επιτυγχάνει το υψηλότερο ποσοστό της (6,99%), διατηρώντας τα παραδοσιακά υψηλά ποσοστά της στη Λακωνία και αυξάνοντας τα μερίδιά της στην ψήφο νησιών του Αιγαίου, όσο η προσφυγική κρίση είναι σε πλήρη εξέλιξη.

Ωστόσο, η κατανόηση της Χρυσής Αυγής σήμερα, και του ενδεχομένως μειωμένου ποσοστού της στις ερχόμενες εκλογές, είναι στενά συνδεδεμένη με το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή έχει πλέον πάρει τον χαρακτηρισμό της εγκληματικής οργάνωσης –δεν είναι απλώς ακόμη μία ακροδεξιά οργάνωση

«Πρόκειται για σύνθετο φαινόμενο. Διαβάζοντας τους ειδικότερους (Βασιλική Γεωργιάδου, Η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα, 1965-2018, εκδ. Καστανιώτης, 2019), κανείς καταλαβαίνει ότι δεν είναι προϊόν της συγκυρίας, αλλά έχει βαθύτερες ρίζες στην ελληνική κοινωνία και παρουσία στη μεταπολιτευτική πολιτική σκηνή, είτε με μεγαλύτερα (Εθνική Παράταξη, ΕΠΕΝ), είτε με μικρότερα σχήματα», αναφέρει η Φανή Κουντούρη και συμπληρώνει: «Ωστόσο, η κατανόηση της Χρυσής Αυγής σήμερα, και του ενδεχομένως μειωμένου ποσοστού της στις ερχόμενες εκλογές, είναι στενά συνδεδεμένη με το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή έχει πλέον πάρει τον χαρακτηρισμό της εγκληματικής οργάνωσης –δεν είναι απλώς ακόμη μία ακροδεξιά οργάνωση».

 

Η γεωγραφική κατανομή της ψήφου υπέρ της Χρυσής Αυγής κατά τις περασμένες τέσσερις αναμετρήσεις

Σεπτέμβριος 2015: Η Λακωνία ψηφίζει Χρυσή Αυγή κατά 11,44%, το κόμμα αυξάνει τα ποσοστά του σε Βόρεια Ελλάδα και Αιγαίο. Πηγή δεδομένων: Υπουργείο Εσωτερικών

 

Ιανουάριος 2015: Στη Λακωνία, η Χρυσή Αυγή συγκεντρώνει 10,47% –Ηράκλειο και Λασίθι δεν τη «στέλνουν» στο Κοινοβούλιο

 

Ιούνιος 2012: Το μικρότερο ποσοστό καταγράφεται στο Λασίθι (2,59%). Πηγή δεδομένων: Υπουργείο Εσωτερικών

 

Μάιος 2012: Η Χρυσή Αυγή επιτυγχάνει το υψηλότερο ποσοστό της στην Κορινθία (11,98%).

 


Μεθοδολογία & Εργαλεία
Η συλλογή και η ανάλυση των δεδομένων είναι πρωτογενής. Η συλλογή των δεδομένων έγινε με τη χρήση Python/Beautiful Soup. Η ανάλυση και οι οπτικοποιήσεις των δεδομένων έγιναν με τη χρήση Python/Pandas. Το πρόγραμμα QJIS χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες χαρτογράφησης. Η τελική επιμέλεια των οπτικοποιήσεων έγινε με τη χρήση Illustrator. Διαθέσιμος κώδικας υπάρχει εδώ.

Join our community of readers!

You have Successfully Subscribed!

Pin It on Pinterest

Share This
Skip to content