Taking too long? Close loading screen.

Θεσσαλονίκη, κέντρο. Οδός Κλεισούρας, κάποτε. Δρόμος φασαριόζικος απ’ την κούνια του, γεμάτος γέλιο, κουβέντα και φωνή. Φλέβα της παλιάς εβραϊκής συνοικίας και παραμάνα των Μικρασιατών προσφύγων, αυτός ο δρόμος μοιάζει να έχει χαραχθεί από την ιερότητα του διαφορετικού. Δεν φοβήθηκε ποτέ την ευθύνη του απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους και ξεπληρώθηκε με το παραπάνω. Καμάρωσε τα ισόγειά του να γίνονται μαγαζάκια κι εργαστήρια, πότισε με τη μυρωδιά του χαλκού πάνω στα σκεύη, πήρε ρυθμό απ’ τα σφυριά των χαλκωματάδων και στρώθηκε με τα πειράγματά τους και τα παζάρια των πελατών. Η «κατάληψη» αυτή του δρόμου απ’ τους ανθρώπους που τον ζουν δεν ενοχλεί τους γύρω τους. Όλοι παίρνουν το μερίδιό τους από τη ζωντάνια της περιοχής κι έτσι η συνύπαρξη είναι αρμονική.

Θεσσαλονίκη, κέντρο. Οδός Κλεισούρας, σήμερα. Περπατάω στον πεζόδρομο, χαζεύω τα διατηρητέα, θλίβομαι με τα λουκέτα σε κάποια μαγαζιά. Ο δρόμος, όμως, μόνο έρημος και λυπηρός δεν είναι. Ένα μελίσσι νεαρών ανθρώπων πάνε κι έρχονται από μαγαζί σε μαγαζί, συζητούν σε πηγαδάκια, δείχνουν γελώντας βίντεο στα κινητά τους και μιλάνε με άλλους στο skype. Ιράν, Αφγανιστάν, Συρία κι άλλοι τόσοι τόποι που δεν έμαθα, απ’ όσους δεν τους γέμισα και πολύ το μάτι. Η οδός Κλεισούρας είναι πια το στέκι τους, χάρη στα μαγαζιά που κατάφεραν ν’ ανοίξουν εκεί οι συμπατριώτες τους.

Το μίνι μάρκετ

Μπαίνοντας στο μίνι μάρκετ, με χαιρέτησε με όλη του την καρδιά και το ωραίο του χαμόγελο ο Αλί. Άρχισα να εξερευνώ με περιέργεια το όμορφο μαγαζί του κι ας έμπαινα για δεύτερη φορά. Πολύχρωμες ετικέτες προϊόντων, δεκάδες σάλτσες που δεν είχα ξαναδεί, όλα στη σειρά και τακτοποιημένα. Ο Αλί ήρθε από το Ιράν πριν από πέντε χρόνια, περιπλανήθηκε σε διάφορες πόλεις, δούλεψε μέρα και νύχτα, σκληρά και πολύ. Ενάμιση χρόνο πριν, αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και ν’ ανοίξει το μαγαζί του. Τα σωστά του ελληνικά με κάνουν να τον ρωτήσω γι’ αυτό. «Μόνος μου τα έμαθα, από τον δρόμο. Τώρα υπάρχουν πολλά προγράμματα που σου μαθαίνουν ελληνικά», μου απάντησε. Φεύγοντας, με κέρασε από τους χουρμάδες του κι έσπευσε να εξυπηρετήσει ένα ζευγάρι Ελλήνων που μόλις μπήκε.

Το κουρείο

Τρία μαγαζιά πιο δίπλα, βρίσκεται το κουρείο του δρόμου, με μόλις τρεις μήνες λειτουργίας. Αυτό το χάζεψα απ’ έξω. Το προσωπικό αποτελούταν από τρεις νεαρούς κουρείς, Αφγανούς όπως έμαθα στη συνέχεια, που κούρευαν κυριολεκτικά ασταμάτητα. Η όλη διαδικασία ήταν σχεδόν ένα θέαμα, με τους κουρείς να χρησιμοποιούν περίεργες συσκευές με ατμό και τις κινήσεις τους να χαρακτηρίζονται από ζηλευτή μαεστρία. Τα νεαρά παιδιά που έβγαιναν από ‘κει είχαν όλα το ίδιο κούρεμα, όπως ακριβώς κι οι περισσότεροι έφηβοι που γνωρίζω και που πασχίζουν για τη μόδα και την αποδοχή. Χαμογέλασα.

Το καφενείο – φαγάδικο

Ξύλινα τραπέζια με λαδόκολλα, ναργιλές, καφές και φαγητό. Κεμπάπ και φαλάφελ επιβεβαιώνουν ταπεινά πως όλοι οι άνθρωποι πεινάμε και λαχταράμε με τον ίδιο τρόπο. Ο κόσμος που κάθεται εκεί μιλάει πολύ, πιάνω πολλές ελληνικές φράσεις και χάνω άλλες τόσες που είναι στη γλώσσα τους. Χάνω το χθες τους, κερδίζω όμως μια εικόνα για το σήμερα που ζουν. Ο παλμός που δίνουν στον δρόμο κάνει ξεκάθαρη την ανάγκη τους ν’ ανήκουν σε μια τοπική κοινότητα, μια ανάγκη σχεδόν αρχέγονη για κάθε μετανάστη.

Η Ελπίδα έχει κι αυτή μαγαζί στην οδό Κλεισούρας. Οι πληροφορίες της πολύτιμες και η κουβέντα μας μεγάλη. «Πριν ανοίξουν οι μετανάστες τα μαγαζιά τους, κάθε πρωί ο δρόμος ήταν γεμάτος σύριγγες από τους τοξικομανείς της πλατείας. Χαίρομαι να βλέπω νέα, ζωηρά παιδιά κι όχι άρρωστα», μου λέει. Οι φίλες της τη ρωτούν συνέχεια αν φοβάται κι αυτή τους αποκρίνεται πως είναι πιο πιθανό να φοβηθεί μετά τις εννιά, όταν κλείνουν τα μαγαζιά των μεταναστών και αδειάζει ο δρόμος, παρά όταν αυτά είναι ανοιχτά. «Σίγουρα στην αρχή υπήρξαν κάποια θέματα», παραδέχεται. «Ο δρόμος ήταν γεμάτος με αποτσίγαρα και πασατέμπο, τους έπιασα και τους εξήγησα το εξής: Όταν ήμουν νέα υπήρχαν ταμπέλες που έγραφαν Απαγορεύεται το πτύειν και το ουρείν. Για μας, τους Έλληνες. Κι εμείς κάποτε είχαμε άσχημες συνήθειες αλλά με τον καιρό μάθαμε, τα βασικά τουλάχιστον (γελάει). Ε, αυτό ήταν, από τότε σκουπίζουν και ρίχνουν χλωρίνες πέντε φορές τη μέρα, το δικό τους πεζοδρόμιο είναι πολύ πιο καθαρό απ’ το δικό μου!».

Μαθαίνω πως πριν ενοικιαστούν στους μετανάστες, τα μαγαζιά ήταν κλειστά για πολύ καιρό. «Τα παιδιά αυτά προπληρώνουν το ενοίκιο των καταστημάτων τους ακόμη και για δύο χρόνια», με πληροφορεί η Ελπίδα. «Δίνουν σημαντική οικονομική ανάσα στους ιδιοκτήτες. Αν περίμεναν κάποιους αφ’ υψηλού επιχειρηματίες της πόλης, ακόμη κλειστά θα ήταν».

Ρωτάω την Ελπίδα για τη σχέση της με τους ξένους καταστηματάρχες και υπαλλήλους, για να πάρω την ωραιότερη απάντηση. «Κάθε βράδυ, την ώρα που είναι να μαζέψω τα τραπέζια τρέχουν όλοι μαζί μπουλούκι για να με βοηθήσουν επειδή είναι αρκετά βαριά. Ψωνίζω κι εγώ σχεδόν κάθε μέρα απ’ τα μαγαζιά τους. Είναι καλοί, τους συμπαθώ».

Στην οδό Κλεισούρας, τον μικρό αυτόν πεζόδρομο με τα τέσσερα καταστήματα μεταναστών κι ένα πέμπτο που ετοιμάζεται προσεχώς ν’ ανοίξει, τα πράγματα φυσικά και δεν είναι πάντα ρόδινα. Η ξενοφοβία και μόνο οδηγεί αρκετούς περαστικούς σε παράκαμψη του πεζοδρόμου, λόγω του συνωστισμού ανθρώπων άλλης εθνικότητας. Κάποιοι καταστηματάρχες γκρινιάζουν για τον ίδιο λόγο. Τα όνειρα, όμως, έχουν πάντα μεγαλύτερη δύναμη απ’ τα παράπονα.

Θεσσαλονίκη, κέντρο. Οδός Κλεισούρας, αύριο. Το μέλλον του δρόμου με τα πανέμορφα, διαφορετικά μαγαζάκια προδιαγράφεται μάλλον ανάλογο εκείνου των σύγχρονων κέντρων των μεγαλουπόλεων ανά τον κόσμο. Κέντρα πολυπολιτισμικά, πολύχρωμα, ολοζώντανα, που δε γίνεται να μην τα χαρείς και να μην τα ζηλέψεις. Τα υπόλοιπα… ας ενοικιάζονται.


Τα περιεχόμενα της στήλης BLOG αφορούν σε προσωπικές απόψεις των συντακτών και δεν αντικατοπτρίζουν τις θέσεις του Solomon MAG.

Join our community of readers!

You have Successfully Subscribed!

Pin It on Pinterest

Share This
Skip to content