Taking too long? Close loading screen.

Το ταξίδι αυτό συνέβη στα μέσα της τρέχουσας δεκαετίας και η Πόλη του Μεξικού ήταν μόνο η αφετηρία του.

Το κλεμμένο χρυσάφι

Επιβαίνοντας σε ένα τρίκυκλο ταξί στο Σοτσιμίλκο – απ’ αυτά τα κάπως σαδιστικά ποδήλατα – μια απροσδιότιστη, αεικίνητη φιγούρα που το ύψος της πρόδιδε παιδί, τράβηξε, ενώ ήμασταν εν κινήσει, τη χρυσή αλυσίδα που φόραγα στον λαιμό και εξαφανίστηκε. Η οδηγός ενός διπλανού αγροτικού οχήματος, παρούσα στη σκηνή, προσφέρθηκε να πληρώσει η ίδια το αντίτιμο του ταξί νιώθοντας μάλλον ντροπιασμένη για το συμβάν.

Λίγα δάκρυα μετά, αναγκάστηκα να επαναπροσδιορίσω την ανάγκη της προ-ταξιδιωτικής τελετουργίας που αισθανόμουν υποχρεωμένη να ακολουθώ από κάποια διαστροφή του πολιτισμού μου, σίγουρα. Υποτίθεται θα χρειαζόμουν ένα φυλαχτό για ένα τόσο μακρινό ταξίδι και η σπάνις του χρυσού στην προσωπική μου μπιζουτιέρα ήταν αρκετή για να αποδώσει σε εκείνο το κόσμημα ιδιότητες χρήσιμες σε ταξιδιώτες.

Ήταν, βέβαια, μια προστασία περισσότερο πρακτική. Η Τουρκάλα φίλη που μου την είχε χαρίσει, μου είχε κάποτε πει αυτή την ιστορία, για τη χρησιμότητα των χρυσών αλυσίδων σε καιρούς περιπλάνησης. Πως αν, δηλαδή, βρεθείς μόνος και άφραγκος κάπου μακριά από το σπίτι σου, μία χρυσή λάμψη γίνεται μια κάποια εξασφάλιση.

Έτσι κάπως, τη φόρεσα πριν το ταξίδι στην κεντρική Αμερική, νομίζοντας πως θα ήταν αρκετά πιθανό να χρειαστεί να την ανταλλάξω για ένα πιάτο καυτερά φασόλια ύστερα από ένα φοβερό μεθύσι με μεσκάλ σε κάποιο μπαρ της πρωτεύουσας, παρέα με έναν ζώντα Ρομπέρτο Μπολάνιο.

Ατυχήσασα καθώς είμαι με τα τολμηρά σχέδια και τις νεκραναστάσεις, κατέληξα το ίδιο εκείνο βράδυ με μια πρώτη αίσθηση τουριστικής διάρροιας, αυτής που ως κατάρα έστειλε ο τελευταίος βασιλιάς των Αζτέκων, Μοντεζούμα, στους κατακτητές και τους επιγόνους τους, τους γνήσιους κλέφτες του χρυσού της Αμερικής.

«Λαχταρούν το χρυσάφι σαν λιμασμένοι χοίροι», γράφουν Αζτέκοι σε κείμενο που φυλάσσεται στον Φλωρεντινό Κώδικα του 16ου αιώνα, -ή αλλιώς στο Historia Universal de las Cosas de Nueva España του μοναχού και εθνογράφου Μπερναντίνο ντε Σααγούν. Εκεί που κάποτε βρισκόταν η Τενοτσιτλάν, η λαμπρή πολιτεία των Αζτέκων Μεσίκα (Mexica), σήμερα χαίρει η Πόλη του Μεξικού, θεμελιωμένη στα συντρίμμια ενός από τα μεγαλύτερα πλιάτσικα των κονκισταδόρες.

Ποιός είναι ο πραγματικός κλέφτης, είναι πάντα μία καλή ερώτηση, κατά την αποτίμηση της ανθρώπινης ιστορίας από τη μεσολιθική περίοδο κι έπειτα. Πάντως στο Μεξικό, κοντά σε ό,τι απέμεινε από την λίμνη πάνω στην οποία χτίστηκε η σημερινή πρωτεύουσα, όλο το χρυσάφι που μου ανήκε (μόνη εκείνη η αλυσίδα), το εναπόθεσα άθελά μου στους θεούς της Τενοτσιτλάν, περισσότερο από κάποια επιβεβλημένη ντροπή παρά από τυχαιότητα.

Σαν την Μεξικάνα κυρία μέσα στο αγροτικό, που ντράπηκε όπως συχνά κάνουν οι άνθρωποι για τα καμώματα των άλλων.

Τα απόνερα της λίμνης Τεξκόκο ξεβγάζουν τώρα νέους μύθους

Λίγο νωρίτερα, στα κανάλια του Σοτσιμίλκο, νότιου προαστίου της Πόλης του Μεξικού, πολύχρωμες trajineras παρέμεναν δεμένες στους μόλους μέχρι κάποια χαρούμενη παρέα Μεξικανών να τις ναυλώσει για να γιορτάσει εν πλω, ας πούμε τα γενέθλια κάποιου νεαρού της μέλους. Στην αρχή, μοιάζει σαν σημαιοστολισμένη τουριστική ατραξιόν, αλλά λειτουργεί με τον ίδιο -σημαιοστολισμένο- τρόπο και για τους ντόπιους. Στοιχίζει, αν το παζάρι γίνει στα αγγλικά, περί τα 200 πέσος το άτομο, για μια βόλτα που διαρκεί κάτι λιγότερο από 1,5 ώρα.

Γόνδολες στο Σοτσιμίλκο.

 

Κάπου εκεί, ανάμεσα στα 170 χιλιόμετρα της λίμνης του Σοτσιμίλκο, -ό,τι απέμεινε από τη λίμνη Τεξκόκο που περιέβαλλε την παλιά Τενοτσιτλάν- βλέπει κανείς διάφορα παράξενα γνώριμης μεξικανικής αισθητικής, όπως το νησί με τα παιχνίδια. Ο αστικός μύθος που εξηγεί τη δημιουργία αυτής της μικρής, παράδοξης νησίδας στη μέση της λίμνης, περιέχει βέβαια έναν θάνατο τόσο άδικο που να στοιχειώνει: ένα μικρό κορίτσι που βρέθηκε πνιγμένο δίπλα στην κούκλα του. Κάποιος Julian Santana Barrera που βρήκε το παιδί, άφησε την κούκλα του σε ένα δέντρο για να ευχαριστήσει το πνεύμα της. Τα επόμενα 50 χρόνια που ακολούθησαν, γέμισε το σημείο με δεκάδες παιχνίδια, πιστεύοντας πως πνεύματα αδικοχαμένων κοριτσιών τα κατελάμβαναν, ώσπου κάποτε ο Don Julian βρέθηκε κι ο ίδιος πνιγμένος. Το «Isla de las munecas» είναι τώρα πόλος έλξης για τους τουρίστες στις χρωματιστές γόνδολες που διψάνε για εξωτικές παραδοξότητες, εκτός και αν τα χρήματά τους δεν φτάνουν για να τους πάνε μέχρι εκεί.

Στην περίπτωση αυτή, ο κάτοικος του πλανήτη της τουριστικής επινοητικότητας, εδώ Μεξικανός, μπορεί να προσφέρει μια ικανοποιητική εναλλακτική. Σε κοντινότερη απόσταση βρίσκεται η απομίμηση του νησιού με τα παιχνίδια, ένα σημείο στα παράλια της λίμνης γεμάτο με ταλαιπωρημένες κούκλες, κρεμάμενες από τα δέντρα.

Κάπως μακάβριο, ικανό για ανατριχίλες και ελαφρώς κλισέ, αλλά στο Μεξικό το μακάβριο είναι συχνά γιορτινό και αυτές οι τρισάθλιες κουκλίτσες περιβάλλονται καθημερινά από πολύβουες βάρκες, μερικές από τις οποίες μεταφέρουν μουσικούς Μαριάτσι που για λίγα, ίσως και πολλά πέσος σε ακολουθούν με καντάδες. Άλλες ξεχειλίζουν από τάπερ με ταλαιπωρημένους μεζέδες κι άλλες βουλιάζουν από Αμερικανούς τουρίστες που λιάζουν ασπρουλιάρικες γάμπες στον μεσοαμερικάνικο ήλιο.

Με τη φωτογραφική μηχανή γεμάτη από στοιχειωμένες φωτογραφίες και ένα βαθύ γδάρσιμο στο μπράτσο από σκουριασμένο σίδερο που θα κόστιζε ώρες ανεύρεσης αντιτετανικού ορού στα φαρμακεία της πόλης, αφήσαμε πίσω αυτή την μικρή αποικία του Άδη των παιχνιδιών και ανεβήκαμε σε εκείνο το αρχικό τρίκυκλο ταξί, όπου σε λίγη ώρα η χρυσή αλυσίδα θα κρινόταν περιττή. Ίσως και να ήταν μια σειρά διασκεδαστικών συμβάντων για πνεύματα που πλήττουν.

Την ίδια στιγμή και λίγο πιο βόρεια, πλανόδιοι και μη, μάγειροι και μαγείρισσες, σέρβιραν ζεστό φαγητό σε κάθε γωνιά, πεζόδρομο και στενάκι της μεγάλης πρωτεύουσας των 9 εκατομμυρίων κατοίκων και τη σκέψη δεν έμελλε να απασχολήσει μέχρι να πέσει το βράδυ τίποτα πια -παρά μονάχα αυτή, η καυτερή αδιαλλαξία του.

Φαγητό που δεν μοιάζει μεξικάνικο, αλλά είναι πραγματικά τέτοιο

Το κυνήγι της εξωτικότητας κάποια αθηναϊκά απογεύματα, τελειώνει μάλλον ένδοξα για τον κυνηγό στην ήσυχη, κρυφή γωνιά του μαγαζιού κάποιου συμπαθητικού μετανάστη στην πλατεία Βάθης. Όσο το μαγαζί παραμένει άγνωστο στο ευρύ κοινό, ο αστικός εξερευνητής της εξω-κουλτούρας ρεύεται την πολυτέλεια μιας μοναδικότητας της εμπειρίας, που για τον ιδιοκτήτη του μικροσκοπικού φαγάδικου μεταφράζεται σε αγωνία για επιβίωση και τραπεζικά εμβάσματα στην πατρίδα.

Στην πιο μέινστριμ εκδοχή του ίδιου αθηναϊκού απογεύματος, όλο και κάποια πολυεθνική αλυσίδα εστιατορίων θα προσφέρει «ινδικά» και «μεξικάνικα» πιάτα στο ίδιο μενού και η σύντομη αυτή περιγραφή μιας αναζήτησης της πολιτισμικής εμπειρίας μέσω της τροφής, θα κλείσει με δύο μπουρίτος σε ένα τραπέζι με έθνικ στοιχεία, κάτω από μια καουμπόικη φωτογραφία του Τζέιμς Ντιν, που καμία σχέση δεν είχε με την μεξικάνικη κουζίνα, εκτός αν κάποιο κορίτσι τον αποκάλεσε κάποτε «μπουριτάκι μου».

Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως τα φαγάδικα της Πόλης του Μεξικού δεν αδειάζουν ποτέ. Μακριά από τις παραγκουπόλεις όπου η τροφή δεν είναι ζήτημα επιλογής, σε μια χώρα που η πλειοψηφία των κατοίκων της ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, στο κέντρο της πρωτεύουσας το φαγητό γίνεται το εύρημα κάθε αστικής περιπλάνησης.

Φαγητό, κι άλλο φαγητό.

 

Η αθηναϊκή εκδοχή των παραπάνω μπουρίτος είναι κάποια ατυχής απομίμηση, συγγενής περισσότερο στο ελληνικό σουβλάκι, παρά στο μεξικάνικο φαγητό του δρόμου. Πρωτόγνωρο γευστικά και φοβερά πικάντικο, είναι ίσως και κάπως μονότονο, αλλά πάντως ευτυχώς άσχετο με ό,τι τρώγεται μάλλον οπουδήποτε εκτός των ορίων της μεξικάνικης επικράτειας. Συνοδεύεται εξαιρετικά με παγωμένες γρανίτες από χυμούς φρούτων σερβιρισμένες σε μεγάλα ποτήρια, αν και τα παγάκια είναι μια έξτρα πρόκληση για τα άμαθα τουριστικά στομάχια.

Σε κάποια γειτονιά του κέντρου που στον τουριστικό οδηγό καταχωρίζεται ως κακόφημη, η πλατεία μπροστά από μια κλειστή αγορά που στεγάζει μικρά, οικογενειακά εστιατόρια, σφύζει από κόσμο. Την ώρα της χώνεψης, συγκροτήματα μαριάτσι πλησιάζουν τους περαστικούς και παζαρεύουν το τραγούδι.

Γέλια, δυνατές φωνές και αστική μελαγχολία ζεστής νύχτας σημαδεύουν το τροπικό μονοπάτι.

¿Por qué se fue?
Tú la dejaste ir, vereda tropical,
Hazla volver a mí,
Quiero besar su boca
Otra vez junto al mar*

Η ισορροπία καλά στοιβαγμένων αβοκάντο, διασαλεύεται

Καθώς το επόμενο πρωί διασχίζει ράθυμα κουβαλώντας την υγρασία του στα άδεια ακόμα στενά της πόλης, βρίσκει όλο και κάποιον να τοποθετεί με ακρίβεια, απαλά, τα μέρη του σώματος αποκεφαλισμένων κοτόπουλων στον πάγκο με την πραμάτεια. Ξημερώνει στη λαϊκή αγορά και σε λίγο θα καταφθάσουν νοικοκυρές και ταξιδιώτες με κάμερες.

Εκεί, ανάμεσα στην πανδαισία εξωτικών φρούτων που χάνουν την ιδιότητα σε εκείνο το ημισφαίριο, ο δον Άνχελ μας κερνάει μια λεμονάδα και μια μπύρα. Διατηρεί έναν μικρό πάγκο με αναψυκτικά σε κάποια γωνιά μιας κλειστής αγοράς και μιλάει με πάθος για την αγάπη του στους ανθρώπους. Μιλάει στη γλώσσα του που δεν πολυκαταλαβαίνουμε -τα αγγλικά είναι άχρηστα εκεί- αλλά τα ποτήρια τσουγκρίζουν σε γνωστή διάλεκτο.

Μυρωδιές από ανανάδες και αβοκάντο μπλέκουν με την οξύτητα του αίματος πρόσφατων σφάγιων λίγο παραπέρα. Έξω από την αγορά, πάνω από μικρά τραπεζάκια με ρόδες μια κυρία διαλαλεί: chapulines (ακρίδες). Μερικοί προτιμούν τραγανούς μεζέδες.

Στην αγορά.

 

Στη σύγχρονη μεξικάνικη πρωτεύουσα που τρώει πολύ, φυλάει τρυφερά την αγαπημένη της σ’ ένα σεργιάνι μπροστά από το palacio de bellas artes, ρίχνει έναν υπνάκο το μεσημέρι σε ένα πέτρινο παγκάκι του πάρκου ανάμεσα σε αγνώστους της και μένει τη νύχτα ξύπνια ως αργά -αυτά συμβαίνουν στα θερμά κλίματα- κρύβονται καλά τα μυστικά που θα πίκριζαν το γουακαμόλε στο πιάτο του ταξιδιώτη. Όσο καλά θάφτηκε η λίμνη κάτω από την αποικιοκρατική άσφαλτο, τόσο καλά θάβονται στο Μεξικό τα πτώματα των ανήσυχων κατοίκων του.

Πάει πια αρκετός καιρός από την απαγωγή των 43 φοιτητών παιδαγωγικής που κατευθύνονταν στην πόλη Iguala για να πάρουν μέρος σε μία διαδήλωση. Το λεωφορείο που τους μετέφερε έπεσε σε μπλόκο της αστυνομίας και έκτοτε τα ίχνη των 43 νέων αγνοούνται. Σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της μεξικανικής πρωτεύουσας μια ακόμα διαδήλωση με αίτημα την αποκάλυψη της αλήθειας για την τύχη τους και την απονομή δικαιοσύνης,αλλάζει για λίγο τον αστικό ρυθμό. Διαλύεται σύντομα.

Διαμαρτυρία στο Εθνικό Μουσείο της Πόλης του Μεξικού για τους χαμένους φοιτητές (2015).

 

Αργότερα, το ίδιο θέμα θα ακούσουμε να γίνεται σύνθημα σε διαδηλώσεις στους δρόμους της επαρχίας. Δεν είναι μια σπάνια συνθήκη για την μεξικανική πραγματικότητα. Η αντίσταση, η εξέγερση, το αιματοκύλισμά τους και πάλι από την αρχή είναι η ιστορία του Μεξικού συντομευμένη και την αφηγούνται όσοι παράλληλα την γράφουν αδιάκοπα από το Τσόκαλο ως την ζούγκλα Λακαντόνα.

Ωστόσο, κι αν ακόμα η εξουσία υπήρξε πάντα ασύδοτη, τα θύματά της δεν στοιβάζονται στη μνήμη, δεν ομογενοποιούνται σε ένα ενιαίο, ανώνυμο σώμα πεσόντων. Σε κάποιον τοίχο της πόλης Οαχάκα, όπου θα φτάναμε σε λίγες μέρες, γράφεται ένα σύνθημα, τόσο γενναία επιτακτικό που δεν αφήνεται να γίνει σπαραξικάρδιο:

«Θέλουμε πίσω τους 43 μελλοντικούς μας δασκάλους»

Αμέσως μετά, στην πρώτη αίθουσα για τους προϊστορικούς χρόνους της ανθρωπότητας, μια τοιχογραφία δημιουργεί μια ανατριχίλα περηφάνιας, γιατί συμπυκνώνει κάτι που ουδέποτε υπήρξε, αλλά που θα μπορούσε να είναι σύνθημα σε χείλη πεσόντων ανά τους αιώνες, κάτι που αφήνει απέξω πολιτισμικούς και άλλους ιμπεριαλισμούς ή που τέλος πάντων θα ήταν μια μεγαλειώδης εικόνα του βιβλίου της Ιστορίας, εάν αυτή γραφόταν με τον γνώριμο λογοτεχνικό τρόπο της Νοτίου Αμερικής. Με μαγικό ρεαλισμό ιδωμένη, η τοιχογραφία που απεικονίζει όλους τους πολιτισμούς της ανθρωπότητας να υποδέχονται τον επισκέπτη του Ανθρωπολογικού Μουσείου της Πόλης του Μεξικού, μοιάζει με διαβεβαίωση πως το Μακόντο δεν χάθηκε ποτέ στη λήθη.

Τοιχογραφία στο Εθνικό Μουσείο Ανθρωπολογίας της Πόλης του Μεξικού.

 

Και κάπου εκεί, σ’ ένα τέλος που περιελάμβανε ένα σύντομο ταξίδι στο παρελθόν της Μεσοαμέρικα, αποχαιρετήσαμε την πρωτεύουσα του Μεξικού, που πια ξέραμε ελάχιστα περισσότερο απ’ ότι πριν και κατευθυνθήκαμε προς το μέρος που οι άνθρωποι μιλούν λιγότερα ισπανικά, εκεί όπου η γη καλλιεργείται αλλά δεν αναδιανέμεται, εκεί όπου φυτρώνουν άγνωστα δέντρα της ζούγκλας και αρχαίες πυραμίδες.

*Γιατί έφυγε? / Την άφησες να φύγει, τροπικό μονοπάτι / Κάν’την να γυρίσει σε μένα, θέλω να φιλήσω το στόμα της / άλλη μια φορά, δίπλα στη θάλασσα.

 


Τα περιεχόμενα της στήλης BLOG αφορούν σε προσωπικές απόψεις των συντακτών και δεν αντικατοπτρίζουν τις θέσεις του Solomon MAG.

Join our community of readers!

You have Successfully Subscribed!

Pin It on Pinterest

Share This