Taking too long? Close loading screen.

Αν και εξ όσων γνωρίζω, ο ίδιος δεν έχει πατήσει ποτέ το πόδι του σε αθηναϊκό έδαφος, ο πρώην δήμαρχος Νέας Υόρκης και νυν δικηγόρος του Ντόναλντ Τραμπ, Ρούντι Τζουλιάνι τείνει να μνημονεύεται πολύ συχνά στις συζητήσεις περί της πρωτεύουσας, εστώ και χωρίς ευθεία αναφορά στο όνομά του. Εδώ και χρόνια, η εγκληματολογική θεωρία του «σπασμένου παραθύρου», με την οποία ανέλαβε την πάταξη της ανομίας στην πόλη του, αναπαράγεται συχνά-πυκνά από τα επώνυμα πρόσωπα που καταθέτουν δημοσίως τη γνώμη τους για το συνεχές επείγον της αντιμετώπισης της παραβατικότητας.

Οι υποστηρικτές της θεωρίας του «σπασμένου παραθύρου» προέρχονται απ’ όλο το τόξο που εκτείνεται από την κεντροαριστερά ως τη σκληρή δεξιά, συμπεριλαμβανομένης και μιας ιδιαίτερης εκδοχής του κέντρου που την τελευταία δεκαετία συχνά προτίθεται να μετατοπίζεται προσωρινά ή μονιμότερα στις παρυφές του δεξιού άκρου.

Παραλλαγές της πεποίθησης ότι το παράθυρο που σπάει κάποιος νεαρός ταραξίας είναι αυτό που τελικά οδηγεί στο οργανωμένο και διάχυτο έγκλημα έχουν εκφράσει κατά καιρούς ο Γιώργος Καμίνης, ο Παύλος Γερουλάνος, εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι του συνδυασμού του Κώστα Μπακογιάννη, υποψήφιοι ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, δημοσιολογούσες συγγραφείς, πρώην επώνυμα στελέχη της ανανεωτικής αριστεράς και πολλοί ακόμα.

Ωστόσο, στο πρόσφατο άρθρο του στην Καθημερινή όπου καταπιάνεται με την επίλυση του «προβλήματος των Εξαρχείων», ο Άγγελος Συρίγος ξεχωρίζει: απ’ τη μία τολμά να ονοματίσει καθαρά τον Ρούντι Τζουλιάνι ως πρότυπο εκλεγμένου Μπάτμαν, αντί να τον κρύψει επιμελώς κάτω απ’ τον φερετζέ του «σπασμένου παραθύρου»· απ’ την άλλη, είναι ίσως ο μόνος απ’ όσους εσχάτως εκφράζουν την ανησυχία τους για τα Εξάρχεια που τολμά να πει ανοιχτά ότι δεν θέλει την επαναφορά σε κάποια πρότερη κατάσταση, αλλά «μια συνοικία με έμφαση στον πολιτισμό, στα μουσεία και στις τέχνες όπου θα συμβιώνουν αρμονικά κάτοικοι, εμπορικές δραστηριότητες και διασκέδαση σε συνθήκες ασφάλειας».

Ο συγγραφέας του άρθρου δεν πρωτοτυπεί ως προς την καταδρομική αστυνόμευση που επιθυμεί να δει να εφαρμόζεται οριζοντίως και αδιακρίτως στην περιοχή. Εκφράζει μάλλον συνεπείς και ηχηρές θέσεις μεγάλου μέρους του πολιτικού φάσματος. Εκεί που πρωτοτυπεί είναι ότι δίνει έναν σαφή οδικό χάρτη για τη μετάλλαξη της περιοχής, εμπνευσμένη από ένα αλλόκοτο εγχώριο παράδειγμα: αυτό της Πλάκας.

Στις αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές σχολές ανά τη χώρα, η Πλάκα διδάσκεται ως το πρώτο ολοκληρωμένο παράδειγμα «εξευγενισμού» στην Αθήνα. Μία περιοχή που άλλοτε θα συγκαταλέγονταν στις εναλλακτικές κοιτίδες της πρωτεύουσας, έχει παραδοθεί εδώ και δεκαετίες ολοκληρωτικά στα χουντικά κατάλοιπα του τουριστικού μοντέλου αλα «Greece is bouzouki».

Αυτό που την καθιστούσε «μία από τις πιο υποβαθμισμένες και επικίνδυνες περιοχές της Αθήνας» σύμφωνα με τον κ. Σύριγο ήταν ακριβώς το χαρακτηριστικό που έκανε την Πλάκα μια ζωντανή γειτονιά που παρήγαγε σαφώς περισσότερο πολιτισμό απ’ ό,τι σήμερα που η σχετική παραγωγή είναι περίπου -ή για να είμαστε ειλικρινείς, ακριβώς- μηδέν.

Το δυσάρεστο για τον αρθρογράφο είναι ότι αυτή η πολιτισμική παραγωγή ήταν στο πεδίο της αντικουλτούρας. Τα «κακόφημα νυχτερινά κέντρα» για τα οποία κάνει λόγο ήταν τα ορμητήρια πάνκηδων, ροκαμπιλάδων και νιουγουεϊβάδων, αλλά και η πληθώρα μαγαζιών που φιλοξενούσαν τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, η οποία ήδη από την πρώτη της πολιτικοποίηση στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, είχε αρχίσει να αποκτά συλλογική υπόσταση.

Η ιδιαίτερη μνεία του κ. Συρίγου για τον ρόλο του Στέφανου Μάνου στον εξευγενισμό της Πλάκας έχει μάλλον περισσότερο παραταξιακό χαρακτήρα, παρά ιστορικό. Μπορεί ως υφυπουργός Δημοσίων Έργων της κυβέρνησης Καραμανλή να πέρασε κι από εκεί τις αγαπημένες του πεζοδρομήσεις, όμως η μετάλλαξη της περιοχής είναι έργο αυθεντικού ΠΑΣΟΚ.

Οι τροχοί ξεκίνησαν να γυρίζουν με τις πρωτοβουλίες του Αντώνη Τρίτση που έσφιξαν τον κορσέ γύρω από τη νυχτερινή ζωή και έδωσαν την πρώτη ανοδική ώθηση στις αξίες των ακινήτων. Η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε λίγα χρόνια μετά με αντίστοιχο νομοθετικό έργο λογικής «ψεκάστε-σκουπίστε-τελειώσατε», φέρον την υπογραφή της Μελίνας Μερκούρη, που εξαφάνισε και τα τελευταία ίχνη της πρότερης κατάστασης.

Η διαδικασία αυτή δεν ήταν ούτε απλή, ούτε απολύτως αθώα. Όσο οι κάτοικοι εγκατέλειπαν αποξενωμένοι τη γειτονιά καταμεσής μιας μιντιακής ρητορείας γύρω από την επικινδυνότητα και την υποβάθμιση της Πλάκας, τόσο τα σπίτια τους αγοράζονταν σε εξευτελιστικές τιμές από μηχανικούς -πρωτίστως- και άλλες επαγγελματικές ομάδες μεσαίων εισοδημάτων με προνομιακή πρόσβαση στους σχεδιασμούς της κυβέρνησης.

Μόλις ανέτειλε η δεκαετία του ‘90, την Πλάκα καταλάμβανε πλέον μόνο το στιβαρό μέρος των μεσοαστικών ελίτ και οι ιδιοκτήτες των χώρων εστίασης της χειρότερης εκδοχής του τουρισμού. Καμία υποκουλτούρα και καμία αντικουλτούρα δεν ξαναβρήκε χώρο εκεί. Η περιοχή έγινε ένα υπέροχο λούνα παρκ γραφικότητας για τους τουρίστες, αλλά παντελώς άχρηστη για τους πραγματικούς κατοίκους αυτής της πόλης ή τουλάχιστον για τη μεγάλη εκείνη πλειοψηφία τους που δεν πρόλαβε να επενδύσει όταν γύριζε η ρουλέτα.

Η εικόνα αυτή, πράγματι συγγενεύει με τα Εξάρχεια. Στη θέση των νέων μεσοαστών της μεταπολίτευσης ήρθε το μεγάλο real estate από την Κίνα, την Τουρκία, τη Ρωσία, το Ισραήλ και την Κύπρο και αγόρασε μαζικά τη γειτονιά σε εξευτελιστικές τιμές. Ο «ηθικός πανικός» γύρω από την επικινδυνότητα και την υποβάθμιση, παραλλάζει ελαφρώς το λεξιλόγιο, αλλά κατ’ ουσία παραμένει πανομοιότυπος. «Αντικοινωνικά στοιχεία» και «καταλήψεις μεταναστών και συλλογικοτήτων» εισάγονται στο μίγμα μαζί με «δίκτυα ναρκεμπόρων και εγκληματίες», προκειμένου να το μπολιάσουν με βολικούς πολιτικούς και κοινωνικούς ενόχους.

Και εν τέλει, η μελλοντική περιοχή που περιγράφει ο κ. Συρίγος στο άρθρο του με αστυνομευόμενα πανεπιστήμια, δημοτική βιβλιοθήκη, δημόσιες υπηρεσίες και εκθέματα αρχιτεκτονικής δεν περιλαμβάνει πουθενά τη γειτονιά.

Όσο για τον πολιτισμό, ας θυμίσουμε ότι ήταν η Τάιμς Σκουέρ στην οποία γινόταν ψωνιστήρι, το Λόουερ Ιστ Σάιντ που είχε κατειλημμένα σπίτια με κλεμμένο ρεύμα απ’ τις κολώνες και το «υποβαθμισμένο και επικίνδυνο» Μπρονξ που γέννησαν τη Loft Jazz, το No Wave και το Cinema of Transgression, το Hip-Hop, τα Poetry Slams, το γκραφίτι, τον Μπασκιά, τη House και πολλά ακόμα που συνέπεσαν σε μία από τις πιο δημιουργικά πυκνές δεκαετίες ρηξικέλευθης καινοτομίας στη μεταπολεμική κουλτούρα. Μετά τον Τζουλιάνι, βγάζουν μόνο εκλεκτικά φαγάδικα, σουβενίρ για μη-βιωμένες αναμνήσεις και μουσεία του παρελθόντος προς νεκροφιλική τέρψη μιας επιδερμικής πολιτισμικής πείνας.

Η δε εγκληματικότητα μπορεί να μείωσε τα ποσοστά της. Αλλά στα ανατολικά της Νέας Υόρκης παρέμεινε για χρόνια μια περιοχή όπου μπορούσαν να σημειωθούν και πάνω από 100 ανθρωποκτονίες σε έναν χρόνο. Μόνο που γι’ αυτή, εξόριστη μακριά απ’ το κέντρο, κανείς δεν μίλαγε στα κανάλια και τις εφημερίδες, μέχρι του σημείου που το real estate ξέμεινε από άλλες γειτονιές στην πόλη. Και πάλι από την αρχή.

 


Τα περιεχόμενα της στήλης BLOG αφορούν σε προσωπικές απόψεις των συντακτών και δεν αντικατοπτρίζουν τις θέσεις του Solomon MAG.

Join our community of readers!

You have Successfully Subscribed!

Pin It on Pinterest

Share This
Skip to content