Taking too long? Close loading screen.

-Να βάλω και άλλο αλεύρι;
-Έλα, έλα έλα και άλλο, όπα. Στοπ.

Το χέρι της έσπρωξε ελαφρώς το δικό μου και τα χάλκινα της βραχιόλια βρόντηξαν και έσπασαν την σιωπή της νύχτας.

-Α, ωραία τα βραχιόλια. Καινούργια;
-Όχι, παλιά είναι.

Χαμογέλασε και παρατήρησα τα χείλη της. Κόκκινα. Σπάνια βαφόταν.

-Όμορφη βλέπω σήμερα!
-Ναι.
-Είναι τα γενέθλια του Γιάννη;

Ο Γιάννης είναι ο γιος της. Πάει στο ίδιο σχολείο και είναι κολλητός με τα δικά μου -με τον Αντρέα δηλαδή, γιατί ο Δημήτρης πήγε έκτη φέτος και μεγάλωσε, λέει, και δεν τους καταδέχεται. Ο Γιάννης γεννήθηκε στην Ελλάδα, η Φατμέ ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη όταν ήρθε εδώ.

-Όχι, όχι. Έχουμε μέρες για τον Γιάννη, είναι σε δυο εβδομάδες.

Την ήξερα τώρα δέκα χρόνια την Φατμέ. Αν δεν ήθελε, δεν της έπαιρνες κουβέντα. Δεν το συνέχισα.

-Μου δίνεις λίγο τη ζάχαρη;
-Ορίστε.

Φτιάχνει πρώτα τα γλυκά και τότε έχει το πάνω χέρι εκείνη. Τα γλυκά είναι η ειδικότητα της. Πρώτα φτιάχνουμε τα γλυκά και ύστερα περνάμε στα παραδοσιακά ελληνικά. Τα γλυκά τα περισσότερα που προσφέρουμε είναι από τη χώρα της. Η σκούφια της κρατάει από τη Συρία αλλά είχε μείνει χρόνια και στην Πόλη. Το άρωμα των γλυκών της είναι ανατολίτικο.

Πριν έρθει εδώ τα πράγματα δεν πήγαιναν τόσο καλά. Πόση πελατεία μπορεί να έχει ένας φούρνος στον Βύρωνα; Την πήραμε γιατί ήταν φθηνή και ήξερε τη δουλειά. Η μητέρα δεν την ήθελε γιατί δεν ήθελε αράπηδες στο μαγαζί που ήταν βρώμικοι και κλέφτες. Αν ήξερε πως εκείνη με τις πολύτιμες συνταγές που κουβαλούσε από την πατρίδα της θα μας έσωζε, δεν ξέρω αν θα υποστήριζε τα ίδια με τόσο σθένος. Δεν πρόλαβε να δει την εξέλιξη. Μέσα σε λίγους μήνες πέθανε από καρδιά.

Μας μένουν ακόμα ένα ραβανί, ένα μουχαλεμπί και δυο ταψιά σεκέρ παρέ. Ύστερα κάνουμε τις πίτες.

-Το απόγευμα θα έρθεις;
-Πού;
-Στη συνάντηση στον Σύλλογο.
-Α, το ξέχασα. Δεν ξέρω, αν προλάβω, ναι.

Είμαστε και οι δύο μέλη του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του σχολείου.

Έχει πιάσει και δεύτερη δουλειά σε καθαριστήριο για να τα βγάζει πέρα τώρα που ο μικρός μεγαλώνει και χρειάζεται περισσότερα. Πάλευε χρόνια να της αναγνωρίσουν το πτυχίο της για να μπορέσει να ασκήσει το επάγγελμά της, αλλά μάταια. Είχε σπουδάσει νομικά για να γίνει δικηγόρος, να υπερασπίζεται το δίκαιο. Αλλά ποιος νοιάστηκε για το δίκαιο όταν σου βομβαρδίζουν το σπίτι και την επόμενη μέρα πρέπει να έχεις το κουράγιο να ζήσεις;

Ετοιμάζω τη ζύμη για τις πίτες. Φτιάχνουμε τρία με τέσσερα ταψιά την ημέρα. Ξεκινάω την προετοιμασία, μέχρι να τελειώσει με τα γλυκά δεν με χρειάζεται άλλο.

-Μου δίνεις λίγο τα αυγά;

Ανοίγει το ψυγείο και τα ακουμπάει στον πάγκο. Κοιτάζει κάτω.

-Έχεις κάτι;
-Όχι.

Με κοιτάζει και το βλέμμα της είναι σταθερό. Το βλέμμα της Φατμέ είναι πάντα σταθερό. Δεν καταλαβαίνεις αν λυπάται ή αν χαίρεται.

-Έγινε κάτι με τον γιατρό;
-Όχι, όλα καλά.

Είχε διαγνωστεί πριν από λίγους μήνες με αρθρίτιδα, αλλά ο γιατρός είπε πως είναι σε πρώιμο στάδιο και είναι αντιμετωπίσιμη. Δεν είχε φανεί να λυπάται. «Μαζί θα το περάσουμε και αυτό», της είχα πει και εκείνη με αγκάλιασε. Τη Φατμέ την ήξερα δέκα χρόνια, αλλά δεν την είχα δει ποτέ να κλαίει.
Σε λίγο τελείωσε με τα γλυκά και ήρθε κοντά μου στις πίτες. Ένα άρωμα ήρθε μαζί της. Γιασεμί νομίζω.

-Ωραίο άρωμα.
-Ευχαριστώ.

Έξω ήταν σκοτάδι, αλλά σε λίγο θα ξημέρωνε.

-Τρεις πίτες ακόμα και ξημερώνει, της είπα και γέλασα. Ήταν το αστείο μας. Κάθε μέρα το λέγαμε αυτό ή εγώ ή εκείνη και ύστερα γελούσαμε, χωρίς να ξέρουμε τον λόγο. Σήμερα δεν γελά, δεν με ακούει καν.
-Φατμέ, τι έχεις; Τι συμβαίνει;

Δεν με κοιτά. Έχει βάλει στην λεκάνη αλεύρι και αλάτι και αυγό και ζυμώνει. Δεν με κοιτάζει, δεν λέει τίποτα, δεν την πιέζω.
Σε λίγο ξημερώνει. Μας μένει ένα ταψί: γαλατόπιτα. Ζυμώνω εγώ, βάζει μέσα τα χέρια και εκείνη να με βοηθήσει.

-Άστο, το κάνω εγώ, ξεκουράσου.

Δεν βγάζει τα χέρια από την λεκάνη. Ζυμώνει και κοιτά το χυλό που πλάθεται και παίρνει σχήμα.

-Έρχεται, λέει σταθερά.
-Ποιος;
-Εκείνος.

Εκείνος ήταν ο άντρας της. Είχε μείνει πίσω να πολεμήσει και είχε να τον δει τόσα χρόνια όσα θα έκλεινε σε λίγο ο Γιάννης. Δέκα.

-Μου το έγραψε, θα έρθει είναι σίγουρο, λέει, το αποφάσισε θα έρθει μόνιμα.

Τα χέρια της, δυο μικρές γροθιές παλεύουν με το ζυμάρι.

– Αυτή την εβδομάδα είπε, ως το τέλος της θα βρίσκεται εδώ, θα έρθει για να μείνει.

Οι γροθιές σκίζουν το ζυμάρι με βία και το αλεύρι πέφτει από ψηλά στο πάτωμα, σαν χρυσόσκονη που πρέπει να φυσήξει για να πραγματοποιηθούν οι ευχές της.

-Θα έρθει για να μείνει εδώ, μαζί μας, για πάντα.

Η φωνή της σπάει. Τα χέρια της έχουν καρφωθεί στο ζυμάρι.
Έχω βγάλει έξω τα χέρια μου και την κοιτώ χωρίς να λέω τίποτα. Γιατί δεν έχω τίποτα να πω. Γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που εκείνος λέει πως θα έρθει. Γιατί έχει πει πως θα έρθει άλλες χιλιάδες φορές τόσα χρόνια και ποτέ δεν έρχεται. Πάω δίπλα της να την αγκαλιάσω, όπως κάθε φορά και να της πω πως όλα θα πάνε καλά, μα βλέπω κάτι υγρό να στάζει από τα μάτια της στο ζυμάρι και αυτό το κάτι δεν είναι ιδρώτας.

-Κλαις;

Πηγαίνω κοντά της. Πάω να την αγκαλιάσω, μα χώνω τα χέρια μου στο ζυμάρι. Τα χέρια μας συναντιούνται και μπλέκονται. Ζυμώνουν μαζί δυνατά. Κάθε γροθιά και δάκρυ. Εγώ δεν ξέρω γιατί κλαίω.
Κλαίω για εκείνη; Κλαίω γιατί πρώτη φορά βλέπω την Φατμέ να κλαίει; Κλαίω γιατί στο σπίτι είμαι μόνη και περιμένω τον Θόδωρο να αλλάξει, να μετανιώσει, να γυρίσει και ποτέ δεν επιστρέφει;
Δάκρυα από τέσσερα μάτια ζυμώνονται στο ζυμάρι της τελευταίας πίτας. Θα γίνει γαλατόπιτα.
Έξω μπορεί και να έχει ήδη ξημερώσει αλλά κοιτάζω και τα βλέπω όλα θολά.
Βγάζω τα γάντια και με το δάχτυλο δοκιμάζω το ζυμάρι. Δοκιμάζει και η Φατμέ.

-Λίγο ζάχαρη και θα φτιάξει, σωστά;

Τα μάτια της με κοιτούν δακρυσμένα

-Σωστά.

Την αγκαλιάζω.


Τα περιεχόμενα της στήλης BLOG αφορούν σε προσωπικές απόψεις των συντακτών και δεν αντικατοπτρίζουν τις θέσεις του Solomon MAG.

Join our community of readers!

One last thing! Check your email to confirm your subscription.

Pin It on Pinterest

Share This
Skip to content